Σάββατο, 05 Δεκεμβρίου 2009

1st ACP Women Rapid Cup


Από τη συνάντηση του τελευταίου γύρου ανάμεσα στη Λιθουανή Βικτόρια Τσμιλίτε (αριστ.) και την παγκόσμια πρωταθλήτρια, τη Ρωσίδα Αλεξάντρα Κόστενιουκ (δεξ.).

Ολοκληρώθηκε στο Ικόνιο της Τουρκίας το πρώτο κύπελο Γυναικών της Ένωσης Επαγγελματιών Σκακιστών (ACP). Οι αγώνες διεξήχθησαν με μειωμένο χρόνο σκέψης (ράπιντ).
Η τελική κατάταξη:

1. Kosteniuk (RUS, 2517) – 10/11
2. Cmilyte (LTU, 2480) – 8
3. T. Kosintseva (RUS, 2522) - 7½
4-5. P. Cramling (SWE, 2525), M. Socko (POL, 2457) – 7
6. N. Kosintseva (RUS, 2518) - 6½
7. Zhukova (UKR, 2465) - 5½
8-9. Yildiz (TUR, 2213), Klinova (ISR, 2305) – 4
10. Javakhishvili (GEO, 2482) - 3½
11. Ozturk (YUR, 2177) – 3
12. Menzi (TUR, 1847) – 0.

T. Kosintseva 2522 - Kosteniuk 2517

Η μαύρη συνέχισε με 25...Nxg2!. Ακολούθησε 26. Νxg2 e3 (το 26...Rxf2!! κερδίζει ακόμα πιο γρήγορα) 27. Qg3 Qxg3 28. hxg3 e2 29. Rg1 Rxf2 30. Bd3 Rcf8 (0-1 σε 33 κινήσεις).

Δικτυακός τόπος

Παρασκευή, 04 Δεκεμβρίου 2009

Ανησυχία: Μια καταγραφή του αυθόρμητου


Η Ανησυχία (εκδόσεις Καστανιώτη. Ο τίτλος είναι παρμένος από ένα αυτοκόλλητο που ήταν εκείνες τις μέρες στους τοίχους) είναι το αποτέλεσμα της συνεργασίας του συντάκτη της Ελευθεροτυπίας Αλέξανδρου Κυριακόπουλου και του φωτογράφου και γραφίστα Ευθύμη Γουργούρη. «Εμείς με αυτό δεν θέλουμε να βγάλουμε λεφτά. Ήδη το βιβλίο διατίθεται δωρεάν στο ίντερνετ (στη σελίδα του Καστανιώτη). Μπορεί να το πάρει και να το χρησιμοποιήσει όποιος θέλει, αρκεί να δημοσιεύσει την πηγή (creative commons). Απλά δεν ήθελα να "χαθούν" όλα όσα θαφτήκανε εκείνες τις μέρες του Δεκεμβρίου. Αν δεν το κάναμε βιβλίο, θα φτιάχναμε ένα μπλογκ», θα πει ο Αλέξανδρος Κυριακόπουλος.

...Μέχρι και το βράδυ της 6ης Δεκεμβρίου του 2008 τίποτα δε φαινόταν πως μπορούσε να διαταράξει την ομαλή ροή της καθημερινότητας ή το εορταστικό κλίμα των ημερών. Θα μπορούσε να είναι ένα Σάββατο όπως όλα τα προηγούμενα. Ένας Δεκέμβρης σαν όλους τους άλλους. Κανείς δε φανταζόταν το μέγεθος της επικείμενης έκρηξης, που θα συγκλόνιζε την ελληνική κοινωνία και θα παρέδιδε το μήνα αυτό στη μνήμη με διάφορα πλέον ονόματα: Δεκέμβρης του ’08, Εξέγερση, Δεκεμβριανά κ.ά.

Τα όσα διαδραματίστηκαν εκείνο το διάστημα αποτυπώθηκαν και αναλύθηκαν. Ο Δεκέμβρης «κατηγορήθηκε» από πολλούς «αναλυτές» του πως δεν είχε κάποιο κεντρικό αίτημα ή μια ιδεολογία. Πως ήταν ένα ξέσπασμα καταστροφής. Πρωτοφανούς, δικαιολογημένης, αδικαιολόγητης, υποκινούμενης «καταστροφής». Για κάποιους άλλους, όμως, πλάι στον Δεκέμβρη αυτό στάθηκε ένας παράλληλος Δεκέμβρης: ένας Δεκέμβρης προβληματισμού, καταγγελίας και Ανησυχίας.

Η Ανησυχία κατάφερε να ενεργοποιήσει έναν ολόκληρο κόσμο, του οποίου η ιστορία ξεκινά νωρίτερα από την 6η Δεκεμβρίου και δεν αρχίζει με «μια φορά κι έναν καιρό». Για εμάς ξεκίνησε με μια τοιχοκολλημένη αφίσα: «Τη νύχτα / οι τοίχοι της πόλης / μιλάνε για ανθρώπους / που δεν είναι από εδώ / που έρχονται από αλλού / από μια άλλη νύχτα». Από μια τέτοια νύχτα αρχίσαμε να αποτυπώνουμε την Ανησυχία που εκφράστηκε
την περίοδο εκείνη αλλά και το διάστημα που ακολούθησε. Μες στις καταλήψεις. Στις πορείες. Στους δρόμους. Χιλιάδες ήταν τα αποτυπώματά της: Κείμενα που μοιράζονταν στις διαδηλώσεις ή διακινούνταν στις πολυάριθμες καταλήψεις, έκτακτα έντυπα δρόμου, προκηρύξεις που έβγαιναν μέσα από τσάντες και μοιράζονταν τριγύρω, πατημένα φέιγ βολάν, αυτοκόλλητα, ποιήματα και στίχοι. «Να ανησυχήσεις όταν πάψουν να υπάρχουν συνθήματα στους τοίχους», είχε πει κάποιος. Ήταν τα μερόνυχτα που οι τοίχοι είχαν γεμίσει με το σύνθημα: «Τίποτα λιγότερο από τα πάντα».

Εμείς έπρεπε να προλάβουμε. Να φωτογραφίσουμε, να περισυλλέξουμε όσα εξέφραζαν κάποιο νόημα, όσα είχαν από μερικές ώρες μέχρι μερικές μέρες ζωή, όσα παραλείπονταν από την επικαιρότητα, όσα δεν είχαν υπογραφεί από πολιτικά κόμματα, όσα δεν είχαν σβηστεί ή πεταχτεί.

«Ο Δεκέμβρης δεν ήταν απάντηση. Ήταν ερώτηση», έγραφε κάποιος τοίχος. Στους μήνες που ακολούθησαν, η «ερώτηση» του Δεκέμβρη συνέχισε να τροφοδοτεί τους τοίχους με Ανησυχία. Νέες προκηρύξεις και νέα κείμενα. Καινούργια συνθήματα. Ιστορίες για λευτεριά συλληφθέντων. Σκέψεις και προβληματισμοί: Πού πάμε από εδώ και πέρα; Άλλαξε κάτι προς το καλύτερο; Επιστροφή στην κανονικότητα;

Ολοκληρώνοντας, μια παρατήρηση: Πριν από την 6η του Δεκέμβρη, ένα επίμονο αυτοκόλλητο δρόμου βρισκόταν κολλημένο σε διάφορα σημεία της πρωτεύουσας. Ξεθωριασμένο και στις περισσότερες περιπτώσεις φθαρμένο. Φαινόταν παλιό και «κουρασμένο». Σαν να περίμενε κάτι. Ήταν ασπρόμαυρο και έγραφε μόνο μια λέξη: «Ησυχία». Λίγες μέρες αργότερα οι τοίχοι πλημμύρισαν με ένα παρόμοιο αυτοκόλλητο. Με τα ίδια γράμματα. Με το ίδιο ακριβώς σχέδιο. Ολοκαίνουργιο όμως και με χρώμα. Έγραφε πλέον μια άλλη λέξη:
«Ανησυχία».

Αλέξανδρος Κυριακόπουλος



***Διαβάστε και το κείμενο του Παναγιώτη Κονιδάρη "Ήσυχα Βράδια"

Ομαδικά Πρωταθλήματα Αττικής 2010


Στην ιστοσελίδα της ΕΣΣΝΑ δημοσιεύθηκαν οι προκηρύξεις των Ομαδικών Πρωταθλημάτων Αττικής 2010 ( Π.Ο. Α’ Εθνικής, Β’ Εθνκή, Γ’ Εθνική, Α’ Τοπική, Β’ Τοπική ).
Έναρξη των αγώνων στις 10 Ιανουαρίου. Οι κληρώσεις των πρωταθλημάτων θα πραγματοποιηθούν την Τετάρτη 23/12/2009.

Στον Π.Ο. Α΄ Εθνικής θα αγωνιστούν:
Α.Ο. Ζήνων Γλυφάδας, Σ.Ο. Αιγάλεω, Πανιώνιος Γ.Σ., Γ.Σ.Ασπροπύργου, Πειραϊκός Ο.Σ., Πανελλήνιος Γ.Σ., Δ.Κ.Π. Άνω Λιοσίων, Α.Ε.Κ και Α.Σ.Ο. Πετρούπολης «Δίας».
Οι δυο πρώτες ομάδες της βαθμολογίας θα αγωνιστούν το καλοκαίρι στην Α' Εθνική 2010.

Ενοικιάζονται Όνειρα



ΕΝΟΙΚΙΑΖΟΝΤΑΙ ΟΝΕΙΡΑ
Διήγημα του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες
(μετάφραση Ντίνος Σιώτης)

Στις εννιά η ώρα το πρωί, εκεί που παίρναμε το πρωινό μας στη βεράντα του ξενοδοχείου Ριβιέρα στην Αβάνα, ένα τρομακτικό κύμα εμφανίστηκε στα καλά καθούμενα-η μέρα ήταν ηλιόλουστη και ήρεμη-και ήρθε και συντρίφτηκε πάνω μας. Σήκωσε τα αυτοκίνητα που πέρναγαν μπροστά στην παραλιακή λεωφόρο καθώς και μερικά άλλα που ήταν παρκαρισμένα εκεί κοντά και τα τίναξε στον αέρα κάνοντάς τα κομμάτια στον πλαϊνό τοίχο του ξενοδοχείου. Ήταν σαν μια έκρηξη δυναμίτη που σκόρπισε τον πανικό στους είκοσι ορόφους του κτιρίου μας, και μετατρέποντας το χολ σε ένα σωρό από σπασμένα γυαλιά όπου πολλοί ενοικιαστές είχαν εκσφεντονιστεί στον αέρα σαν έπιπλα. Μερικοί είχαν τραυματιστεί απ' το χαλάζι των γυαλιών. Πρέπει να ήταν ένα παλιρροϊκό κύμα μνημειώδους μεγέθους: το ξενοδοχείο προστατευόταν από τη θάλασσα από έναν τοίχο και τη φαρδιά, διπλής κατεύθυνσης λεωφόρο που περνάει μπροστά του, αλλά το κύμα είχε ξεσπάσει με τέτοια δύναμη που εξαφάνισε το γυάλινο χολ.

Κουβανοί εθελοντές, με τη βοήθεια των τοπικών πυροσβεστών, άρχισαν να καθαρίζουν τις ζημιές και σε λιγότερο από έξι ώρες, αφού έκλεισαν την πύλη προς τη θάλασσα κι άνοιξαν μια εναλλακτική είσοδο, όλα επανήλθαν στη φυσική τους κατάσταση. Όλο το πρωινό κανένας δεν έδωσε σημασία στο αυτοκίνητο που είχε συντριβεί πάνω στον τοίχο του ξενοδοχείου, πιστεύοντας ότι ήταν ένα από τα αυτοκίνητα τα παρκαρισμένα στην παραλιακή λεωφόρο. Αλλά όταν τελικά ένας γερανός το μετακίνησε, ανακαλύφθηκε το σώμα μιας γυναίκας, δεμένο στο κάθισμα του οδηγού με τη ζώνη ασφαλείας.

Το χτύπημα ήταν τόσο δυνατό ώστε δεν είχε μείνει ούτε ένα κόκαλο στο σώμα της που να μην ήταν σπασμένο. Το πρόσωπό της ήταν υπεράνω αναγνώρισης. Αλλά υπήρχε ένα δαχτυλίδι στο δάχτυλό της, που είχε παραμείνει ανέπαφο: είχε το σχήμα φιδιού με δυο σμαράγδια για μάτια. Η αστυνομία είπε ότι ήταν η οικονόμος του νέου πρέσβη της Πορτογαλίας και της γυναίκας του. Στην πραγματικότητα, είχε φτάσει μόλις πριν δεκαπέντε μέρες κι εκείνο το πρωί είχε φύγει για την αγορά με το καινούργιο τους αυτοκίνητο. Το όνομά της δε μου έλεγε τίποτα, όταν διάβασα για το συμβάν στην εφημερίδα, αλλά εκείνο το δαχτυλίδι, το σχήμα του φιδιού και τα σμαράγδια για μάτια, με έβαλε σε σκέψεις. Δυστυχώς δεν μπόρεσα να μάθω σε ποιο δάχτυλο το φορούσε.

Ήταν μια ουσιώδης λεπτομέρεια: φοβόμουν ότι πιθανόν να ήταν μια γυναίκα που ήξερα και την οποία ποτέ δε θα ξεχάσω, ακόμα κι αν δεν έμαθα ποτέ το πραγματικό της όνομα. Κι εκείνη είχε ένα δαχτυλίδι στο σχήμα του φιδιού με σμαράγδια για μάτια, αλλά πάντοτε το φορούσε στο πρώτο δάχτυλο του δεξιού χεριού, κάτι το ασυνήθιστο ειδικά τότε. Την είχα συναντήσει πριν σαράντα έξι χρόνια στη Βιέννη, έτρωγε λουκάνικα και βραστές πατάτες κι έπινε μπίρα κατ' ευθείαν από το βαρέλι σε μια ταβέρνα όπου σύχναζαν Λατινοαμερικάνοι φοιτητές. Εκείνο το πρωί είχα φτάσει από τη Ρώμη κι ακόμα θυμάμαι την εντύπωση που μου είχε κάνει το πλούσιο στήθος της-λες και ανήκε σε σοπράνο-οι χυτές ουρές της αλεπούς γύρω απ' το κολάρο του παλτού της και το αιγυπτιακό δαχτυλίδι σε σχήμα φιδιού. Μιλούσε στοιχειώδη Ισπανικά με μια προφορά μαγαζάτορα και κομμένη την ανάσα και υποθέτω πως θα πρέπει να ήταν Αυστριακή, η μόνη σε κείνο το μακρόστενο ξύλινο τραπέζι. Είχα κάνει λάθος: είχε γεννηθεί στην Κολομβία και το διάστημα του Μεσοπολέμου είχε ταξιδέψει στην Αυστρία για να σπουδάσει τραγούδι και μουσική. Όταν τη συνάντησα πρέπει να ήταν γύρω στα τριάντα κι είχε αρχίσει να γερνάει πριν την ώρα της κι έτσι ανέδιδε κάποια μαγεία: και επίσης, ο πιο φοβερός άνθρωπος που έχω συναντήσει ποτέ μου.

Eκείνη την εποχή -τέλη της δεκαετίας του '40-η Βιέννη δεν ήταν τίποτα άλλο από μια παλιά αυτοκρατορική πόλη την οποία η Ιστορία είχε υποβιβάσει σε μια απόμακρη επαρχιακή πρωτεύουσα, τοποθετημένη μεταξύ των δύο ασυμφιλίωτων κόσμων του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, ένας παράδεισος για τους μαυραγορίτες και τους κατασκόπους. Δεν μπορούσα να φανταστώ περιβάλλον που θα ταίριαζε πιο πολύ στη φυγάδα συμπατριώτισσά μου, που εξακολουθούσε να τρώει στην ταβέρνα των φοιτητών, στη γωνιά, μόνο και μόνο από νοσταλγία για τις ρίζες της, γιατί είχε χρήματα περισσότερα απ' όσα της χρειάζονταν για να αγοράσει ολόκληρη την ταβέρνα, συμπεριλαμβανομένων και των φαγητών. Ποτέ δε μας είπε το πραγματικό της όνομα. Πάντα αναφερόμασταν σ' αυτήν με το όνομα που είχαν επινοήσει γι' αυτήν οι Λατινοαμερικάνοι φοιτητές: Φράου Φρίντα. Με το που μας σύστησαν διέπραξα την τυχαία απερισκεψία να τη ρωτήσω πώς βρέθηκε σε τούτη τη μεριά του κόσμου, τόσο μακριά και τόσο διαφορετική απ' τα ανεμοδαρμένα ύψη της περιοχής Κουιντίο της Κολομβίας. Μου απάντησε ορθά κοφτά: «Ενοικιάζω τον εαυτό μου να ονειρεύεται».

Αυτό ήταν το επάγγελμά της. Ήταν το τρίτο από τα έντεκα παιδιά ενός ευκατάστα του καταστηματάρχη απ' την παλιά περιοχή της Κάλδας και, από τότε που έμαθε να μιλάει, το καθιέρωσε ως συνήθεια να διηγείται τα όνειρά της πριν το πρωινό, όταν, είπε, οι δυνάμεις της προαίσθησης ήταν στη δυνατότερη καθαρότητά τους. Όταν ήταν επτά χρόνων ονειρεύτηκε ότι ένας από τους αδελφούς της είχε παρασυρθεί από ένα μαινόμενο χείμαρρο. Η μητέρα, απλά και μόνο από νευρική δεισιδαιμονία, αρνήθηκε να επιτρέψει στο γιο της να κάνει εκείνο που απολάμβανε πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο: να κολυμπήσει στο παραπλήσιο φαράγγι. Αλλά η Φράου Φρίντα είχε ήδη αναπτύξει το δικό της σύστημα ερμηνείας των προφητειών της.

«Αυτό που συμβαίνει στο όνειρο», εξήγησε, «δεν είναι ότι πρόκειται να πνιγεί, αλλά ότι δεν κάνει να τρώει γλυκά». Η ερμηνεία είχε ως αποτέλεσμα μια τρομερή τιμωρία, ειδικά για ένα πεντάχρονο αγόρι που δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή του δίχως τα γλυκά της Κυριακής. Αλλά η μητέρα, επηρεασμένη από τις μαντικές δυνάμεις της κόρης της, βεβαίωσε ότι θα έμενε πιστή στη διαταγή της. Δυστυχώς, σε μια στιγμή που κανείς δεν πρόσεχε, ο γιος πνίγηκε μ' ένα γλειφιτζούρι που έτρωγε κρυφά. Στάθηκε αδύνατο να τον σώσουν.

Η Φράου Φρίντα ποτέ δε φαντάστηκε ότι θα ήταν δυνατό να κερδίσει τα προς το ζειν απ' το ταλέντο της, μέχρις ότου η ζωή την άρπαξε απ' το σβέρκο και, ένα βαρύ βιεννέζικο χειμώνα, χτύπησε το κουδούνι του πρώτου σπιτιού στο οποίο ήθελε να κατοικήσει. Όταν τη ρώτησαν τι μπορεί να κάνει, πρόσφερε την απλή απάντηση: «Ονειρεύομαι». Μετά από μια σύντομη εξήγηση, η κυρία του σπιτιού την προσέλαβε αντί ενός μισθού που ήταν κάτι περισσότερο από χαρτζιλίκι αλλά με ένα πολύ καλό δωμάτιο και τρία γεύματα τη μέρα. Πάνω απ' όλα υπήρχε το πρωινό, η ώρα εκείνη όπου τα μέλη της οικογένειας κάθονταν για να πληροφορηθούν για το άμεσο πεπρωμένο τους: ο πατέρας, ένας πονηρός rentier, η μητέρα, μια εύθυμη γυναίκα με πάθος για ρομαντική μουσική δωματίου, και τα δυο παιδιά, ηλικίας έντεκα και εννιά χρονών.

Όλοι τους ήταν θρησκευόμενοι και ως εκ τούτου επιδεκτικοί σε αρχαϊκές δεισιδαιμονίες. Ήταν πολύ ευχαριστημένοι με την άφιξη της Φράου Φρίντα στο σπίτι τους, υπό τη μόνη προϋπόθεση ότι κάθε μέρα θα αποκάλυπτε τη μοίρα της οικογένειας μέσω των ονείρων της.

Τα πήγαινε θαυμάσια, ειδικά κατά τη διάρκεια του πολέμουπου ακολούθησε, όταν η ζωή ήταν χειρότερη από οποιοδήποτε εφιάλτη. Στο πρωινό τραπέζι κάθε μέρα, μόνη της αποφάσιζε τι θα έκανε εκείνη τη μέρα το κάθε μέλος της οικογένειας και πώς θα το έκανε, έως ότου οι προγνώσεις της έγιναν η μόνη φωνή εξουσίας του σπιτιού. Η κυριαρχία της πάνω στην οικογένεια ήταν απόλυτη: ακόμα κι ο πιο ασήμαντος αναστεναγμός γινόταν έπειτα από εντολή της. Ο πατέρας είχε πεθάνει λίγο πριν φτάσω στη Βιέννη και είχε φροντίσει να αφήσει στη Φράου Φρίντα ένα μέρος της περιουσίας του, πάλι υπό τον όρο ότι θα εξακολουθούσε να ονειρεύεται για την οικογένεια μέχρις ότου δε θα μπορούσε πια να ονειρεύεται.

Πέρασα ένα μήνα στη Βιέννη ζώντας τη λιτή ζωή των φοιτητών ενώ περίμενα χρήματα τα οποία ποτέ δεν έφτασαν. Οι απρόσμενες γενναιόδωρες επισκέψεις της Φράου Φρίντα στην ταβέρνα μας ήταν σαν φιέστες στην ούτως ή άλλως πενιχρή κατάστασή μας. Μια νύχτα-η δυνατή μυρωδιά της μπίρας πάνω μας-μου ψιθύρισε κάτι στο αυτί με τέτοια πειθώ που δεν μπόρεσα να το αγνοήσω.

«Ήρθα εδώ ειδικά για να σου πω ότι χθες βράδυ σε είδα στον ύπνο μου», είπε. «Πρέπει να φύγεις αμέσως απ' τη Βιέννη και να μην επιστρέψεις πριν περάσουν πέντε χρόνια.» Τέτοια ήταν η πειθώ της ώστε την ίδια νύχτα πήρα το τελευταίο τρένο για τη Ρώμη. Έτρεμα τόσο που πιστεύω ότι επέζησα μιας καταστροφής που δε συνάντησα. Μέχρι σήμερα δεν έχω πατήσει το πόδι μου στη Βιέννη.

Πριν το συμβάν στην Αβάνα συνάντησα άλλη μια φορά τη Φράου Φρίντα, στη Βαρκελώνη, σε μια συνάντηση τόσο απρόσμενη που μου φάνηκε εξαιρετικά μυστηριώδης. Ήταν η μέρα που ο Πάμπλο Νερούδα έβαλε το πόδι του σε ισπανικό χώμα για πρώτη φορά απ' τον εμφύλιο πόλεμο, κατά τη διάρκεια μιας στάσης ενός μεγάλου θαλασσινού ταξιδιού προς το Βαλπαραΐσο της Χιλής.

Πέρασε το πρωινό του μαζί μας, κυνηγός σε παλιά βιβλιοπωλεία, αγοράζοντας τελικά ένα ξεθωριασμένο βιβλίο με σκισμένα εξώφυλλα για το οποίο πρέπει να πλήρωσε το αντίστιχο μισθού δύο μηνών του Χιλιανού πρόξενου στο Ρανγκούν. Περπατούσε οκνηρά σαν ένας ελέφαντας που είχε ρευματισμούς, δείχνοντας παιδικό ενδιαφέρον για τον εσωτερικό μηχανισμό του κάθε πράγματος που αντίκριζε. Ο κόσμος του φαινόταν σαν ένα γιγάντιο ρολόι-παιχνίδι.

Δεν ξέρω κανέναν που να έχει προσεγγίσει τόσο πολύ την ιδέα του Πάπα της Αναγέννησης-αυτό το μίγμα λαιμαργίας και λεπτότητας-ο οποίος, είτε το 'θελε είτε όχι, θα κυριαρχούσε και θα προήδρευε σε οποιοδήποτε τραπέζι. Η Ματίλδη, η γυναίκα του, τον τύλιξε σε μια σαλιερίτσα που έμοιαζε πιο πολύ με ποδιά από κουρείο παρά με πετσέτα εστιατορίου, αλλά ήταν ο μόνος τρόπος να τον προφυλάξει απ' το να βουτηχτεί στις σάλτσες. Εκείνη τη μέρα ο Νερούδα έφαγε τρεις ολόκληρους αστακούς, διαμελίζοντάς τους με την ακρίβεια ενός χειρουργού, ενώ ταυτόχρονα καταβρόχθιζε με τα μάτια τα πιάτα όλων των άλλων, έως ότου δεν μπορούσε πια ν' αντισταθεί και τσιμπούσε απ' το κάθε πιάτο με μια απόλαυση και μια όρεξη που όλοι τη βρήκαν κολλητική: μύδια από τη Γαλικία, αγριόχηνες από την Κανταμπρία, μεγάλες γαρίδες από την Αλικάνδη, ξιφία από την Κόστα Μπράβα. Στο μεταξύ μιλούσε ακατάπαυστα, ακριβώς όπως οι Γάλλοι, για μαγειρικές απολαύσεις, ειδικά για τα προϊστορικά οστρακοειδή της Χιλής που ήταν ο έρωτας της καρδιάς του. Και τότε ξαφνικά σταμάτησε να τρώει, έπιασε τα αυτιά του όπως τις αντένες ενός αστακού, και μου ψιθύρισε: «Υπάρχει κάποιος πίσω μου που μ' έχει καρφώσει με τα μάτια του».

Κοίταξα πάνω απ' τον ώμο του. Ήταν αλήθεια. Τρία τραπέζια πιο πίσω, μια γυναίκα, χωρίς ντροπή, μ' ένα παλιομοδίτικο τσόχινο καπέλο κι ένα μοβ μαντίλι, μασούσε αργά το φαγητό της με τα μάτια της καρφωμένα στον Νερούδα. Την αναγνώρισα αμέσως. Ήταν μεγαλύτερη και πιο χοντρή, αλλά ήταν εκείνη, με το δαχτυλίδι στο σχήμα του φιδιού στο πρώτο της δάχτυλο.

Είχε ταξιδέψει στο ίδιο πλοίο με τους Νερούδα από τη Νάπολη, αλλά δεν είχαν συναντηθεί στο πλοίο. Την καλέσαμε για καφέ και την παρακάλεσα να μας μιλήσει για τα όνειρά της,μόνο και μόνο για να διασκεδάσει τον ποιητή. Αλλά ο ποιητής δεν τα έτρωγε αυτά, ανακοινώνοντας μονομιάς ότι δεν πίστευε στη μαντική ικανότητα των ονείρων.

«Μόνο η ποίηση είναι μάντις», είπε. Μετά το γεύμα και την αναπόφευκτη βόλτα στη Ράμπλας, εσκεμμένα βρέθηκα με τη Φράου Φρίντα, έτσι για την ανανέωση της φιλίας μας, χωρίς να μας ακούνε οι άλλοι. Μου είπε ότι είχε πουλήσει την περιουσία της στην Αυστρία και, έχοντας αποσυρθεί στο Πόρτο, στην Πορτογαλία, τώρα έμενε σε μια απομίμηση κάστρου στην άκρη ενός γκρεμνού απ' όπου μπορούσε κι έβλεπε ολόκληρο τον Ατλαντικό έως την Αφρική. Ήταν ολοφάνερο, αν και δεν το είπε ξεκάθαρα, ότι από όνειρο σε όνειρο κατέληξε να κληρονομήσει ολόκληρη την περιουσία των κάποτε απίθανων Βιεννέζων εργοδοτών της. Ακόμα κι αυτό δε με εντυπωσίασε, μόνο και μόνο γιατί πάντα νόμιζα ότι τα όνειρά της δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα τέχνασμα για να τα βγάζει πέρα. Της το δήλωσα.

Γέλασε με το ψεύτικο γέλιο της. «Είσαι τόσο αναιδής όσο ήσουν πάντα», είπε. Οι υπόλοιποι της παρέας είχαν σταματήσει και περίμεναν τον Νερούδα που τώρα μιλούσε σαν παπαγάλος σε χιλιανική αργκό, στο παζάρι των πουλιών. Όταν ξανάπιασαν την κουβέντα η Φράου Φρίντα είχε αλλάξει θέμα: «Επί τη ευκαιρία», είπε, «μπορείς να επιστρέψεις στη Βιέννη αν θέλεις». Τότε κατάλαβα ότι είχαν περάσει δεκατρία χρόνια από την πρώτη μας συνάντηση. «Ακόμα κι αν τα όνειρά σου δεν είναι αληθινά, ποτέ δε θα επιστρέψω», της είπα, «μήπως και...»

Στις τρεις χωρίσαμε για να συνοδέψω τον Νερούδα στην ιερή του σιέστα που την έκανε στο σπίτι μας, ακολουθώντας μερικές επίσημες προπαρασκευαστικές τελετουργίες που, για κάποιο λόγο, μου θύμισαν την ιαπωνική τελετή του τσαγιού. Μερικά παράθυρα έπρεπε να ανοίξουν, άλλα να κλείσουν -η ακριβής θερμοκρασία ήταν ουσιώδης- και μόνο κάποιο είδος φωτός από κάποια κατεύθυνση ήταν ανεκτό. Και τότε: απόλυτη σιωπή. Ο Νερούδα κοιμόταν αμέσως και ξυπνούσε δέκα λεπτά αργότερα, όπως κάνουν τα παιδιά. Εμφανίστηκε στο λίβινγκ ρουμ, φρέσκος φρέσκος, το μονόγραμμα απ' τη μαξιλαροθήκη χαραγμένο στο μάγουλό του.

«Ονειρεύτηκα τη γυναίκα που ονειρεύεται», είπε. Η Ματίλδη τού ζήτησε να μας πει το όνειρό του. «Ονειρεύτηκα ότι με ονειρεύτηκε», είπε. «Ακούγεται σαν τον Μπόρχες», είπα. Με κοίταξε έκπληκτος. «Το 'χει γράψει κιόλας;» «Αν δεν το 'χει γράψει θα το γράψει κάποια μέρα» είπα. «Θα είναι ένας από τους λαβυρίνθους του».

Με το που επιβιβαστήκαμε στις έξι εκείνου του απογεύματος, ο Νερούδα μας χαιρέτησε, πήγε να καθήσει σ' ένα απόμακρο τραπέζι κι άρχισε να γράφει στίχους με την ίδια πένα πράσινου μελανιού που χρησιμοποιούσε για να σχεδιάζει λουλούδια, ψάρια και πουλιά στις αφιερώσεις που υπέγραφε στα βιβλία του. Με την πρώτη αναγγελία της αποβίβασης ψάξαμε για τη Φράου Φρίντα και τελικά, εκεί που νομίζαμε ότι δε θα τη βρίσκαμε, την είδαμε στο κατάστρωμα της τουριστικής θέσης. Κι εκείνη είχε μόλις σηκωθεί απ' τη σιέστα της.

«Ονειρεύτηκα τον ποιητή σας», μας είπε. Κατάπληκτος της ζήτησα να μου πει το όνειρο.
«Ονειρεύτηκα ότι με ονειρευόταν», είπε και το δύσπιστο βλέμμα μου τη σάστισε. «Τι περιμένεις; Καμιά φορά στα όνειρα πρέπει να υπάρχει και κάποιος που να μην έχει καμιά σχέση με την πραγματική ζωή».

Ποτέ δεν την ξαναείδα, δεν την έβαλα στο νου μου μέχρι που άκουσα για το δαχτυλίδι σε σχήμα φιδιού στο δάχτυλο της γυναίκας που πέθανε στη θαλάσσια συμφορά στο ξενοδοχείο Ριβιέρα. Δεν μπόρεσα ν' αντισταθώ και σε μια διπλωματική δεξίωση μετά λίγους μήνες ρώτησα τον πρέσβη της Πορτογαλίας. Ο πρέσβης μού μιλούσε γι' αυτήν με ενθουσιασμό και τρομερό θαυμασμό. «Δεν μπορείς νο φανταστείς πόσο ασυνήθιστη ήταν», είπε. «Θα σου ήταν αδύνατο να αντισταθείς, θα έγραφες μια ιστορία γι' αυτήν». Και συνέχισε στο ίδιο πνεύμα με μερικές τυχαίες, εκπληκτικές λεπτομέρειες, αλλά χωρίς να φαίνεται το τέλος πουθενά.
«Πες μου τότε», είπα τελικά, διακόπτοντάς τον, «τι ακριβώς έκανε;»
«Τίποτα», μου απάντησε, υψώνοντας τους ώμους ως ένδειξη παραίτησης, «Έβλεπε όνειρα».

Πέμπτη, 03 Δεκεμβρίου 2009

Φωτοκουίζ



Σκακιστικό πέρασμα από το πρώτο-πρώτο επεισόδιο μιας παλιάς αμερικανικής τηλεοπτικής σειράς που άφησε εποχή. Τη σειρά την βρήκα προς μεγάλη μου έκπληξη, σε ελληνικό tracker, υποτιτλισμένη. Δεν εικονίζονται οι βασικοί μόνιμοι πρωταγωνιστές, όμως πιστεύω πως το κουίζ θα απαντηθεί χωρίς ιδιαίτερο κόπο.

Τετάρτη, 02 Δεκεμβρίου 2009

"Φθινόπωρο 2009"

Τελική βαθμολογία στο ισχυρό κλειστό τουρνουά "Φθινόπωρο 2009" που διοργάνωσε ο Σκακιστικός Όμιλος Νέας Φιλαδέλφειας:

1. Τεπελένης (2260) 8 β.
2. Κολιόπουλος (2208) 8 β.
3. Sienczewski (2166) 7,5 β.
4. Ιλαντζής (2171) 6,5 β.
5. Κωστόπουλος Ε. (2162) 6,5 β.
6. Ποτέας (2159) 5,5 β.
7. Κωστούρος (2199) 5,5 β.
8. Βαζελάκης (2016) 5 β.
9. Οικονομοπούλου (2065) 4,5 β.
10, Κονιστής (2124) 4 β.
11. Δεληθανάσης (2252) 3,5 β.
12. Καλδής (1990) 1,5 β.

Δικτυακός τόπος ΣΟ Νέας Φιλαδέλφειας: http://www.sonf.gr/

Υποβρύχιο σκάκι


Ο Ολλανδός διεθνής μετρ Χανς Μπεμ και ο μετρ Ρόμπιν Σβίνκενλς παίζουν σκάκι στο βυθό της θάλασσας, με θεατές διάφορα ψάρια, το 2008, στο Κουρασάο.

Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

Guiness World Records 2010


Το μουσείο του βιβλίου Γκίνες, στο Χόλιγουντ.

Στην έκδοση του 2010 του βιβλίου Γκίνες, ανάμεσα σε καταχωρήσεις για τον μεγαλύτερο κεφτέ που φτιάχτηκε ποτέ και για την κουνέλα με τους περισσότερους απογόνους, υπάρχουν και τρεις σκακιστικού ενδιαφέροντος (φαίνεται πως αφαιρέθηκαν κάποια "σκακιστικά ρεκόρ" που υπήρχαν σε προηγούμενες εκδόσεις):
Σελίδα 106: 13.446 παρτίδες παίχτηκαν ταυτόχρονα σε επίδειξη σιμουλτανέ στην Πόλη του Μεξικού το 2006.
Σελίδα 124: 1.214 άτομα συμμετείχαν σε όπεν τουρνουά στο Κρασνογιάρκ το 2007.
Σελίδα 177: ο Σεργκέι Καριάκιν έγινε, το 2002, ο νεότερος γκρανμέτρ του κόσμου.

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2009

Γλυφάδα 2009


Συντροφιά αστών στην παραλία Γλυφάδας γύρω στο 1940 σε αναμνηστική φωτογραφία. Ήταν τότε που ο "μικροοικισμός αλιέων" της δεκαετίας του 20 είχε εξελιχτεί σε πολύβουο παραθεριστικό κέντρο και άρχιζε να γίνεται τόπος μόνιμης κατοικίας (φωτ. από το site Κοστούμι και Χρόνος )

Στις 23 Δεκεμβρίου 2009 θα ξεκινήσει το χριστουγεννιάτικο όπεν τουρνουά του Ζήνωνα Γλυφάδας, στο κτίριο του Πνευματικού Κέντρου Γλυφάδας (Γούναρη 78 & Ακροκορίνθου).
Αγωνιστικές ημέρες: 23, 24, 26, 27, 28, 29 & 30 Δεκεμβρίου.
Χρηματικά έπαθλα θα δοθούν τόσο στους πρώτους/ες της γενικής κατάταξης, όσο και σε νικητές/τριες ειδικών κατηγοριών (γυναίκες, βετεράνοι κ.ά).
Πληροφορίες και δηλώσεις συμμετοχής στον Ανδρέα Λαγγούση, e-mail : hal@freemail.gr και online στο http://www.zinonchess.gr/ .
H αναλυτική προκήρυξη στο site του "Ζήνωνα".

Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2009

Star Trek


Ο Σποκ του "Σταρ Τρεκ" (ο πιο διάσημος κοσμικός μιγάς, μισός γήινος, μισός βουλκάνιος, με τα θρυλικά μυτερά αυτιά) εδώ παίζοντας με σκακιστικά κομμάτια.
Ο όρος Σταρ Τρεκ (Star Trek) αναφέρεται συνολικά στο φαινόμενο που αρχή του είχε την ομώνυμη αμερικανική τηλεοπτική σειρά επιστημονικής φαντασίας διαδραματιζόμενη στο μέλλον, όπου η Γη συμμετέχει στην φανταστική Ηνωμένη Ομοσπονδία Πλανητών. Εμπνευστής και δημιουργός της σειράς ήταν ο συγγραφέας Τζιν Ρόντμπερι. Από το 1966 οπότε μεταδόθηκε στην τηλεόραση των Η.Π.Α. το πρώτο επεισόδιο (το The Cage), έχουν γυριστεί περισσότερα από 720 ακόμα, σε 5 σειρές που εκτείνονται σε 4 δεκαετίες (1966-2005). Επιπλέον, έχουν γυριστεί 11 κινηματογραφικές ταινίες, έχει κυκλοφορήσει πλήθος μυθιστορημάτων, διηγημάτων, επιτραπέζιων και ηλεκτρονικών παιχνιδιών και το 1973 μια σειρά κινουμένων σχεδίων (Star Trek The Animated Series). Επίσης τον Ιανουάριο του 2004 είδε το φως η σειρά "Νέα Ταξίδια" ("New Voyages"), γυρισμένη από οπαδούς και διατιθέμενη αποκλειστικά μέσω διαδικτύου. Ετησίως ο θεσμός των Συνεδρίων του Σταρ Τρεκ επιτρέπει τη συνάντηση των πολυπληθών θαυμαστών του. Τον Μάιο του 2009 κυκλοφόρησε η ενδέκατη ταινία (με τίτλο Star Trek ή Star Trek XI), η οποία εξιστορεί γεγονότα που συμβαίνουν σε μια εναλλακτική πραγματικότητά τοποθετημένη χρονικά πριν την πρώτη σειρά και πυροδοτημένη από μια έκρηξη σούπερ νόβα 15 χρόνια μετά το star trek: Nemesis που στέλνει πίσω στο χρόνο τον κακό Νέρο και τον Σποκ με αποτέλεσμά την αλλαγή του ρου της ιστορίας και τη δημιουργία μιας νέας πραγματικότητας.
(στοιχεία από την ελληνική wikipedia)

Στατιστικά συλλόγων και chesspoints

Δυο νέες προσπάθειες από τον προγραμματιστή που υπογράφει με το ψευδώνυμο Allum:

1) http://admin.com.temp-www3.com/sop

Στο site αυτό παρουσιάζονται αναλυτικά οι σκακιστές και οι σκακίστριες ενός συλλόγου (στο παράδειγμα, του Σκακιστικού Ομίλου Παγκρατίου).

Στην πρώτη σελίδα εμφανίζονται οι παίχτες συνολικά και ταξινομούνται με διάφορα κριτήρια: αλφαβητικά, κατά εθνικό/διεθνές ΕΛΟ, κατά ηλικία, κ.ά. Επιπλέον, εμφανίζονται στατιστικά για τον όμιλο: αριθμός παιχτών ανά εύρος εθνικού/διεθνούς ΕΛΟ, ανά εθνικό/διεθνή τίτλο, ανά φύλο και ανά εύρος ηλικίας. Έτσι, με μια ματιά, μπορεί ο οποιοσδήποτε να πάρει πληροφορίες για το συγκεκριμένο σύλλογο (π.χ. ένας πατέρας που θέλει να γράψει το παιδί του στο σύλλογο αυτόν).

Με κλικ στο όνομα ενός παίχτη εμφανίζεται η σελίδα του παίχτη. Παράδειγμα:
http://admin.com.temp-www3.com/sop/player.asp?id=1



Στη σελίδα αυτή, εκτός από τα στοιχεία που υπάρχουν και στην πρώτη σελίδα (ημερομηνία γέννησης, κωδικός ΕΣΟ, κωδικός FIDE με link στο www.fide.com, εθνικό ΕΛΟ, διεθνές ΕΛΟ, εθνικός τίτλος, διεθνής τίτλος), εμφανίζονται επιπλέον: βιογραφικό, φωτογραφία, διακρίσεις και επιλεγμένες παρτίδες. Οι παρτίδες μπορούν να προβληθούν (με σχόλια) πάνω σε σκακιέρα στο site. Με αυτό τον τρόπο, ο καθένας έχει τη δυνατότητα να μάθει εύκολα τις σημαντικότερες πληροφορίες για τον σκακιστή ή τη σκακίστρια που τον ενδιαφέρει.

Σημείωση: Όλα τα στοιχεία του site αποθηκεύονται σε βάση δεδομένων. Τα περισσότερα στοιχεία για τους παίχτες του Σκακιστικού Ομίλου Παγκρατίου δεν έχουν εισαχθεί ακόμα στη βάση (γι' αυτό οι σελίδες των παιχτών είναι κενές). Μένει να καταχωρηθούν βιογραφικά, φωτογραφίες, παρτίδες και διακρίσεις για όλους τους παίχτες, μέσω του συστήματος διαχείρισης. Επίσης, εκκρεμεί η διόρθωση των ημερομηνιών γέννησης κάποιων παικτών.

Το site έχει στόχο να συμβάλει στην προώθηση ενός σκακιστικού συλλόγου, αλλά και στην ατομική προβολή των παιχτών που αγωνίζονται σε αυτόν.

Όποιος ενδιαφέρεται για την κατασκευή ενός παρόμοιου site για το σύλλογό του, μπορεί να στείλει email στο allum10@yahoo.com

2) http://www.chesspoints.gr/

Στο site αυτό εμφανίζονται οι σκακιστικοί όμιλοι πάνω στο χάρτη της Ελλάδας. Τα σημεία ενδιαφέροντος χωρίζονται σε κατηγορίες, για την ευκολότερη πλοήγηση του επισκέπτη. Κάνοντας κλικ σε ένα δείκτη στο χάρτη, γίνεται αυτόματο ζουμ στο σημείο.

Ο καθένας μπορεί να καταχωρήσει τον όμιλό του από το link "Καταχωρήστε σημείο". Μόλις η καταχώρηση ελεγχθεί, εμφανίζεται στο χάρτη της πρώτης σελίδας. Ήδη έχουν καταχωρηθεί αρκετοί όμιλοι, αλλά μένουν ακόμα πολλοί.

Το site έχει στόχο να συμβάλει στην προώθηση του σκακιού στην Ελλάδα και να βοηθήσει τις αποστολές στους εκτός έδρας αγώνες.

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

Στιγμιότυπα από το World Cup


Η πόλη του Χάντι-Μανσίσκ με τον "Πύργο της Σιβηρίας" να ξεχωρίζει στο ύψωμα. Το eπίσημο site του World Cup είναι:http://www.ugra-chess.ru/eng/main_e.htm

Akobian 2624 - Tregubov 2642
World Cup Khanty-Mansiysk RUS, 2009

Τα λευκά συνέχισαν με 23. Na6+!. Ακολούθησε 23...Ka8 (23...bxa6 24. bxa6+ Ka8 25. Qxd5+ Rxd5 26. Nc6) 24. Nxc7+ Rxc7 25. Qxc7 Rd8 26. a6 Qd7 27. axb7 1-0.

Morovic 2562 - Rublevsky 2697
World Cup Khanty-Mansiysk RUS, 2009


Τα μαύρα έπαιξαν 39...Rxh3+! και ο λευκός εγκατέλειψε (40. Kh3 Qh5+ 41, Kg3 Nf5 #. Ή 40. gxh3 Nf3+ και 41...Ne1).

Kryvoruchko 2602 - Cheparinov 2671
World Cup Khanty-Mansiysk RUS, 2009


Το απλό τέλος της παρτίδας: 34...Rxf4! 35. Rxf4 Qc7 0-1.

Nyback 2628 - Svidler 2754
World Cup Khanty-Mansiysk RUS, 2009


Μια από τις εκπλήξεις του 2ου γύρου. Η θέση του μαύρου βασιλιά είναι επισφαλής, οπότε: 40. Rd5+ Kxf4 41. Qg6 1-0.

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2009

Εικόνες


18 Νοεμβρίου 2009: κάτοικοι της Μόσχας παίζουν σκάκι σε περίπτερο που βρίσκεται μέσα σε πάρκο, στο κέντρο της ρωσικής πρωτεύουσας. Το τοπίο έξω από το άνοιγμα της ξύλινης κατασκευής είναι λευκό. Οι χιονοπτώσεις έχουν ήδη αρχίσει και η θερμοκρασία είναι υπό το μηδέν. Φωτογραφία Reuters.

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2009

4ο Διεθνές Τουρνουά Πάλμα ντε Μαγιόρκα



Του Αντώνη Χατζημανώλη

4ο Διεθνές Τουρνουά Πάλμα, Μαγιόρκα 21-29/11/2009

Κατ’ αρχήν λίγα στοιχεία για τη Μαγιόρκα. Μεγαλύτερη πόλη του νησιού είναι η Πάλμα περίπου 1 εκατομ. κάτοικοι. Σε μια άλλη πόλη της Μαγιόρκα, την Καλβιά, είχε γίνει πριν λίγα χρόνια η σκακιστική Ολυμπιάδα. Το τουρνουά γίνεται στην παραλία της Πάλμα (Playa de Palma) περίπου 10χλμ. έξω από την Πάλμα.

Συμμετέχουν 156 σκακιστές και σκακίστριες (28 GM, 24 IM, 77 τιτλούχοι συνολικά-9 παίχτες άνω του 2600). Νούμερο 1 του τουρνουά είναι ο Ουκρανός Drozdovskij (2625). Από Έλληνες, ο Γιώργος Σουλεΐδης, ο Χρήστος Ζυγούρης κι εγώ. Από γνωστούς στην Ελλάδα συμμετέχουν επίσης ο Gelashvili, ο Rozentalis, ο Malakhatko κι ο Movsziszian.

Στον 1ο γύρο ως γνωστό τα μεγάλα ψάρια τραβάνε τα μικρά. Υπήρχαν όμως και μερικές εκπλήξεις. Στο 1ο τραπέζι ο Drozdovskij έκανε σύντομη ισοπαλία σε 21 κινήσεις. Άλλη μια έκπληξη έγινε από τον Σουλεΐδη-νούλα με κάποιον Ισπανό-1800

Ο Ζυγούρης κέρδισε άνετα κάποιον αδιαβάθμητο. Εγώ κληρώθηκα να παίξω με κάποιον Ισπανό, ο οποίος όμως δεν παρουσιάστηκε. Στο μισάωρο πάνω ήταν να μηδενιστεί κι άλλος ένας. Μετά τη σχετική γκρίνια στους διοργανωτές ότι δεν κάναμε τόσα χιλιόμετρα για να κερδίσουμε άνευ αγώνος και να μην έχουμε μετά καμιά τύχη για νόρμα, με βάλαν να παίξω με τον Γερμανό Breier (2405-FM) που ήταν ο έτερος που θα νικούσε χωρίς αγώνα. Κέρδισα τελικά με τα μαύρα και για μένα το τουρνουά σώθηκε.

Η επόμενη μέρα έχει 2ο γύρο (9.30 π,μ. και 4.30 μ.μ.). Τις υπόλοιπες μέρες παίζουμε κάθε μέρα στις 8.30μμ! Ενδιαφέρουσα ιδέα η ώρα έναρξης, αναρωτιέμαι αν θα λειτουργούσε και στην Ελλάδα (Ικαρία στις 7 μ.μ. βόλευε πολύ).

Επιγραμματικά στον 2ο γύρο ο Σουλεΐδης κέρδισε πρώτος από όλους (χθες τέλειωσε τελευταίος). Εγώ νούλα με το GM Savchenko(2536) και ο Ζυγούρης κρατούσε με τον Σουηδό GM Carlsson (2480).

Δικτυακός τόπος: http://www.chesspalma.com/index.php?le=en

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

Το Κιβώτιο

Ξαναδιαβάζοντας το "Έγκλημα και Τιμωρία" στην κλασική μετάφραση του Άρη Αλεξάνδρου, δεν μπορούσα παρά να θυμηθώ το έργο της ζωής του, το "Κιβώτιο". Η σύντροφος της ζωής του λογοτέχνη, η Καίτη Δρόσου, μίλησε στην Ελευθεροτυπία τον Μάιο του 2003:

Το «Κιβώτιο», αυτό το «αντι-έπος της δογματικής αριστεράς, αποστασιοποιημένο από τα ανδραγαθήματα, τα ηχηρά συνθήματα, τους γενναίους αγωνιστές με τα λάβαρα και τα φυσεκλίκια», όπως γράφει η Λίζυ Τσιριμώκου, ανήκει σήμερα στις πρώτες πρώτες θέσεις του κανόνα της ελληνικής λογοτεχνίας.
«Θυμάμαι ότι έγραφε και τα χέρια του ήταν ματωμένα. Εγραφε τα βράδια μετά τη δουλειά. Στο τελευταίο κεφάλαιο είχε πυρετό».
Η Καίτη Δρόσου γυρνάει πίσω στα δύσκολα χρόνια του Παρισιού, τότε που ολοκληρώθηκε το «Κιβώτιο». Μιλάει με ψυχραιμία και ειλικρίνεια, που με φέρνει σε αμηχανία. Η ίδια έκανε την καθαρίστρια και ο Αλεξάνδρου το «garcon». Ενα είδος ανθρώπου για όλες τις βαριές δουλειές. Παραπονέθηκε ποτέ; «Ποτέ. Αυτό είναι σλάβικο. Οι Ρώσοι πεθαίνουν χωρίς να βγάλουν λέξη. Μιλιά».

Εφυγαν από την Αθήνα λίγο μετά τη χούντα. Ο άνθρωπος που είχε γνωρίσει, όπως γράφει και η Λίζυ Τσιριμώκου, «την αμείλικτη καταδίωξη από το κράτος της Δεξιάς, το ανάθεμα και την κατασυκοφάντηση από την επίσημη Αριστερά», ζει στο Παρίσι μέσα στην πιο απόλυτη μοναξιά.

Μα το Παρίσι ήταν τότε γεμάτο Ελληνες πολιτικούς εξόριστους. «Δεν θυμάμαι να ήρθε κανείς να μας βρει. Ετσι όπως ζούσαμε με τον Αρη έπρεπε ο άλλος να 'ρθει. Μας είχε μείνει από τα χρόνια του διωγμού, που ήταν, άλλωστε, όλη μας η ζωή. Εάν είχες κάνει εξορία και έβλεπες ανθρώπους στο δρόμο, έπρεπε αυτοί να σου μιλήσουν πρώτοι. Γιατί δεν ήξερες αν σε ακολουθεί χαφιές. Επειτα, όλοι οι Ελληνες του Παρισιού έκαναν πολιτική. Επρεπε να δώσουμε γην και ύδωρ στον Κολιγιάννη. Δεν θέλαμε, είχαμε πάρει αποστάσεις από το κόμμα. Να κάνουμε τι; Να κατεβαίνουμε τα μπουλβάρ με τις ελληνικές σημαίες; Τον Γάλλο, άλλωστε, δεν τον εκπλήσσεις με τίποτα».

-Δεν τον πόναγε τον Αρη Αλεξάνδρου η χούντα;

«Αφάνταστα. Μα με τι άλλο πέρα από την πολιτική ασχολήθηκε ο Αρης σε όλη του τη ζωή; Ολο του το έργο είναι πολιτικό. Αλλά από ένα σημείο και ύστερα δεν ξαναδιάβασε ούτε εφημερίδα. Ούτε στη Γαλλία. Εγώ έπαιρνα τη "Μοντ". Ούτε που την κοίταγε. "Εγώ αυτό που θέλω θα το δω ξαφνικά μπροστά μου πρωτοσέλιδο. ΕΠΕΣΕ Η ΧΟΥΝΤΑ", μου έλεγε. Στην Ελλάδα ούτε για καλοκαίρι δεν ξανάρθαμε. Οταν έπεσε η χούντα ήρθαμε το 1976 και κάναμε διακοπές με τον Ρίτσο στη Σάμο και μετά ξαναφύγαμε».

Ο Αρης Αλεξάνδρου πέθανε στο Παρίσι τον Ιούλιο του 1978 στα 56 του χρόνια. Το «Κιβώτιο» είχε κυκλοφορήσει στην Ελλάδα από τον «Κέδρο» το 1975, αμέσως μετά την πτώση της χούντας. Στη Γαλλία είχε κυκλοφορήσει λίγο πριν από το θάνατό του.

«Λίγες μέρες πριν πεθάνει το είχε δει στη βιτρίνα του Γκαλιμάρ και του είχαν στείλει και λίγα αντίτυπα», θυμάται η Καίτη Δρόσου. «Η πρώτη γαλλική κριτική δημοσιεύτηκε τη μέρα της κηδείας του. Ο Αρης έφυγε χωρίς να καταλάβει τίποτα από την απήχηση που θα είχε το "Κιβώτιο". Αλλά και για την τύχη του στην Ελλάδα δεν είχε καλύτερη γνώμη. Μέχρι να μας πει η κυρία Κρανάκη ότι έχει κάνει αίσθηση, ο Αρης νόμιζε ότι είχε πάει πάτο».

Είχε αρχίσει να το γράφει στην Ελλάδα, το 1966. Οταν ο Αρης Αλεξάνδρου και η Καίτη Δρόσου έφυγαν για το Παρίσι δεν πήραν μαζί τους τα πρώτα χειρόγραφα. Οταν το ξανάπιασε μετά από περίπου τέσσερα χρόνια ο Γιάννης Ρίτσος εξεπλάγη που μπόρεσε να ξαναβρεί το ίδιο στιλ, τον ίδιο τόνο.

Ενα γράμμα του Ρίτσου με ημερομηνία αποστολής 19 Οκτωβρίου 1972, Σάμος, κλείνει την καινούργια γαλλική έκδοση του «Κιβωτίου».

Μεταφράζω από τα γαλλικά.

«(...) Σχετικά τώρα με το "Κιβώτιο", α, αγαπητέ μου Αρη, τι εξαιρετικό μυθιστόρημα. Οσο πιο πολύ προχωράει τόσο περισσότερο απελευθερώνεται από "ορισμένες δυστυχείς ιστορικές εμπειρίες" και εισέρχεται στο παγκόσμιο πεδίο του καθολικού ανικανοποίητου όλων για όλα, σ' αυτό το βαθύ και για πάντα ανεξερεύνητο πεδίο της "αποτυχίας ζωής και δημιουργίας"...».

Το σημαντικότερο ίσως, έρχεται συνέχεια σε επαφή με νέους αναγνώστες. Η Καίτη Δρόσου θυμάται τη Νανά Καλιανέση του «Κέδρου» να της λέει:

«Ξέρεις ότι έχω δύο μεγάλες επιτυχίες, τον Βάρναλη και τον Ρίτσο. Αλλά βιβλίο που να πουλάει κάθε μέρα, κάθε μέρα σαν το "Κιβώτιο", δεν έχω».

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 19/05/2003

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009

World Blitz στη Μόσχα


Η τελική βαθμολογία στο World Blitz της Μόσχας (χρόνος σκέψης 3 λεπτά για όλη την παρτίδα + 2 δευτερόλεπτα για κάθε κίνηση):
1. Carlsen – 31/42
2. Anand – 28
3. Karjakin – 25
4. Kramnik - 24½
5-7. Svidler, Ponomariov, Grischuk - 23½
8-9. Mamedyarov, Leko – 22
10-11. Morozevich, Gashimov - 21½
12. Aronian – 21
13-14. Dominguez, Bareev – 20
15. Ivanchuk - 19½
16. Karpov – 19
17. Gelfand - 18½
18. Jakovenko - 17½
19. J. Polgar – 17
20. Tkachiev – 16
21. Naiditsch - 15
22. Kosteniuk - 12½.

Kramnik - Aronian, Moscow 2009 (blitz)

32. Rd7! Qxd7 33. Rc7+ 1-0.

Anand - Ivanchuk, Moscow 2009 (blitz)

25. Qd8! Rc8 26. Qxc8 1-0.

Aronian - Tkachiev, Moscow 2009 (blitz)

27. Rc5! η κίνηση αυτή οδηγεί σε κερδισμένο φινάλε πιονιών 27...Rxc5 28. bxc5 η πλειονότητα των πιονιών στην πτέρυγα του Βασιλιά αποφασίζει 28...e5 29. f4 exf4 30. Kf3 Kf7 31. Kf4 Kf6 32. a4 1-0.

Ivanchuk - J. Polgar, Moscow 2009 (blitz)

Τα λευκά φυσικά κερδίζουν, απλώς πρέπει να αντιμετωπίσουν την προσωρινή πρωτοβουλία της μαύρης. Για παράδειγμα, τα λευκά δεν μπορούν να πάρουν την Βασίλισσα ή τον Πύργο για να ελαφρύνουν τη θέση. Πολλοί "κοινοί" σκακιστές θα άρχιζαν να ανησυχούν για την επόμενη κίνησή τους, όμως ο Ιβαντσούκ βρίσκει μια κομψή λύση: 31. Bxg6+ 1-0.

Kosteniuk - J. Polgar, Moscow 2009 (blitz)

Παρτίδα μεταξύ των δυο γυναικών του World Blitz. Η λευκή έπαιξε 63. g4! και κέρδισε σε λίγες κινήσεις.

Morozevich - Kosteniuk, Moscow 2009 (blitz)

46...Ng3! 47. Qxf5 Re1+ 48. Kh2 Rh1#.

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2009

Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι


Σκακιστική σκηνή από τα πρώτα λεπτά της ταινίας του Φίλιπ Κάουφμαν "Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι" (1988) (Ντάνιελ Ντέι Λίουις, Ζιλιέτ Μπινός, Λένα Ολίν) που βασίζεται στο ομώνυμο μυθιστόρημα-ορόσημο του Μίλαν Κούντερα.

Όλοι θεωρούμε αδιανόητο το ότι ο έρωτας της ζωής μας μπορεί να είναι κάτι ελαφρύ, κάτι που δεν ζυγίζει τίποτα, φανταζόμαστε ότι ο έρωτας μας είναι αυτό που έπρεπε να είναι, ότι χωρίς αυτόν η ζωή μας δεν θα ήταν η ζωή μας. Είμαστε πεπεισμένοι ότι ο Μπετόβεν αυτοπροσώπος, σκυθρωπός κι αναμαλλιασμένος, παίζει το δικό του "Es muss sein" (=πρέπει) για τον μεγάλο έρωτα μας.
Ο Τόμας θυμόταν την παρατήρηση της Τερέζας για τον φίλο του Ζ. και διαπίστωνε ότι η ερωτική ιστορία της ζωής του δεν στηριζόταν πάνω στο "Es muss sein", αλλά μάλλον στο "Es konnte auch anders sein": θα μπορούσε κιόλας να συμβεί διαφορετικά...
Επτά χρόνια πριν, είχε εκδηλωθεί κατά τύχη ένα δύσκολο κρούσμα μηνιγγίτιδας στο νοσοκομείο της πόλης όπου κατοικούσε η Τερέζα, κι είχε κληθεί επειγόντως να γνωματεύσει ο επικεφαλής της ομάδας όπου δούλευε ο Τόμας. Κατά τύχη, όμως, ο επικεφαλής της ομάδας είχε ισχιαλγία, δεν μπορούσε να κουνήσει, και είχε στείλει τον Τόμας στη θέση του, σ' αυτό το επαρχιακό νοσοκομείο. Υπήρχαν πέντε ξενοδοχεία στην πόλη, αλλά ο Τόμας είχε κατά τύχη πάει σ' εκείνο όπου εργαζόταν η Τερέζα. Κατά τύχη είχε ένα λεπτό καιρό πριν φύγει το τρένο κι είχε πάει να καθήσει στο εστιατόριο. Η Τερέζα ήταν κατά τύχη της υπηρεσίας και σερβίριζε κατά τύχη στο τραπέζι του Τόμας. Είχαν χρειαστεί λοιπόν μια σειρά από έξι κατά τύχη για να σπρώξουν τον Τόμας προς την Τερέζα, λες κι αν περνούσε από το δικό του χέρι τίποτα δεν θα τον είχε οδηγήσει κοντά της."

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2009

Φωτοκουίζ


Ποιά είναι η ξανθιά ηθοποιός της φωτογραφίας που παίζοντας με τα μαύρα κομμάτια φαίνεται να εκτελεί κάποια θυσία στο "θ2"; (Φεβρουάριος 1956, περιοδικό Life).

Άτιτλο

Όταν ήχησαν οι σάλπιγγες, όλα
είχαν ετοιμαστει πάνω στην γη
κι ο Ιεχωβά μοίρασε τον κόσμο
σε Coca Cola Inc, Anaconda,
Ford Motors και σε άλλες μονάδες
Η Εταιρία Φρούτων Inc
κράτησε γι αυτήν το πιο ζουμερό:
το κεντρικό παράλιο της γης μου.
...................
και πάνω στους ξεχασμένους νεκρούς,
πάνω στους ταραγμένους ήρωες
που καταχτήσανε το μεγαλείο,
την λευτεριά και τις σημαίες,
ίδρυσε την «Οπερα Μπούφα» της.

Πάμπλο Νερούδα, "Κάντο Χενεράλ"
Mετάφραση: Δανάη Στρατηγοπούλου

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2009

Στιγμιότυπα από το Russia Cup

Το τουρνουά διεξήχθη στην Αγία Πετρούπολη και ολοκληρώθηκε πριν από λίγες ημέρες. Συμμετείχαν 32 σκακιστές σε σύστημα "νοκ-άουτ". Οι γκρανμέτρ Sjugirov (2612), Nepomniachtchi (2626), Zvjaginsev (2641) και Bareev (2634) προκρίθηκαν στα ημιτελικά όπου ο Nepomniachtchi κέρδισε τον Sjugirov 1½-½ και ο Bareev τον Zvjaginsev με το ίδιο σκορ. Στον τελικό ο Bareev επιβλήθηκε του Nepomniachtchi με σκορ 2½-1½.

Fedorov 2623 – M. Krylov 2513, Russia Cup, St Petersburg 2009

Τα λευκά έπαιξαν 25. Bxh6!, κέρδισαν ένα πολύ σημαντικό πιόνι της αμυντικής διάταξης του μαύρου και νίκησαν ύστερα από λίγες κινήσεις. Στο 25...gxh6 ακολουθεί 26. Ng6! και τα μαύρα μπορούν να εγκαταλείψουν.

Sjugirov 2612 - Kokarev 2622, Russia Cup, St Petersburg, 2009

Τα μαύρα είναι φυσικά κερδισμένα. Για παράδειγμα, ικανοποιητικό είναι το 46...hxg4 47. h5 Rf5+ 48. Kh4 Rh1+ 49. Kg3 Rhxh5 -+.
Τα μαύρα πρέπει να προσέξουν να μην πέσουν στην παγίδα 46...Rg1?? 47. Qxf7+! Rxf7 πατ!. Ο γκρανμέτρ Kokarev βρήκε μια απλή λύση: 46...Rd1! 0-1.

Khismatullin 2643 - Nepomniachtchi 2626, Russia Cup, St Petersburg 2009

Η θέση των μαύρων είναι κρίσιμη και κινδυνεύει να καταρρεύσει από στιγμή σε στιγμή. Έτσι, τα μαύρα δοκίμασαν το 30...Rc8!. Τώρα τα λευκά κερδίζουν με 31. Nxc8 Bc4 32. Rf7! Qe2 33. Re7. Όμως έπαιξαν: 31. Rxa6?? και ακολούθησε 31...Qc2+! 0-1. Τα λευκά χάνουν μετά από 32. Qxc2 dxc2+ 33. Kc1 Bh6+! (η κίνηση που ο λευκός μάλλον δεν μέτρησε στη βαριάντα).

Αλέξης Τραϊανός

Συμπληρώθηκαν οχτώ χρόνια από τον αδόκητο θάνατο του Αλέξη Τραϊανού. Η αυτοκτονία του έβαλε τέρμα όχι μόνο σε μια ζωή, αλλά και σ' ένα ποιητικό έργο. Ήταν ένας εντελώς άδικος θάνατος, όπως όλοι οι θάνατοι των νέων ανθρώπων. Ήταν ο θάνατος ενός ποιητή. Δεν έχει σημασία αν η γνωριμία μας άρχισε όψιμα, με την αποστολή του πρώτου ποιητικού βιβλίου του. Οι Μικρές μέρες ανήκουν στο κλίμα των ποιητών της Θεσσαλονίκης. Ένα λυρικό, ελεγειακό, απαισιόδοξο βιβλίο. Η ατμόσφαιρα των παιδικών και εφηβικών του χρόνων. Ένα αυτοτελές, τέλειο βιβλίο. Όμως οι αισθητικές του αναζητήσεις άρχιζαν αμέσως μετά καθώς πολύ λαχτάρισε την ξένη ποίηση. Η ενασχόλησή του με την ποίηση των Νέγρων και των Μπητ ποιητών τον είχε καταπονήσει συστηματικά. Τα μετέπειτα βιβλία του υπογράμμιζαν τη βούληση μιας νέας φωνής στο χώρο αυτόν και, φυσικά, στη γενιά του, τη γενιά του '70.
Αν οι Μπητ άρεσαν στον Τραϊανό, είναι γιατί τον έθελγε ένα κίνημα που όχι μόνο απλωνόταν σ' όλες τις τέχνες, αλλά ήταν ακόμα, και κυρίως, βιοθεωρία, τρόπος ζωής και σκέψης, ένα φρέσκο αντίκρισμα ζωής, συνθετικό μέσα στις διαλυτικές του τάσεις και συνεκτικό, πράγμα που του διασφάλισε χρονική διάρκεια και δικαίωσε τις προσδοκίες για μιαν άνοιξη που παραμένει ακόμα ένα ζητούμενο. Ο παραλληλισμός του με το υπερρεαλιστικό κίνημα, που άρχισε τριάντα χρόνια πριν, δεν είναι τυχαίος. Η έκδοση μιας ανθολογίας των ποιητών αυτών της σχολής των Μπητ, η σχολιασμένη μετάφρασή τους από τον Αλέξη Τραϊανό, στάθηκε μια σπουδαία αρχή. Δεν είχε συνέχεια.
Η αυτοκτονία του Αλέξη Τραϊανού ρίχνει ακόμη βαριά τη σκιά του πάνω σ' όλους εμάς που τον γνωρίσαμε από κοντά. Χτυπώντας την πόρτα του μια νύχτα, δεν μπόρεσα να τον βρω. Τρεις μέρες αργότερα, έμαθα για το θάνατό του.
Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει.


Από το βιβλίο του Νίκου-Αλέξη Ασλάνογλου Ταξιδεύοντας στη δροσερή νύχτα (1991)


Αλέξης Τραϊανός, Θεσσαλονίκη Μνήμη 1949

Είχε κλειστεί στο πρόσωπό του
Στους ώμους της βροχής σα ριγμένο παλτό περπάτησε
Εκεί που τέλειωναν τα τραμ στην Αποθήκη της καρδιάς
Και βγαίνανε πιάνα ατέλειωτα μαύρα πιάνα
Ανάμεσα από χριστουγεννιάτικες νιφάδες
Ανάμεσα από γάλα σκόνη
Ανάμεσα από βυθισμένες ναφθαλίνες
Στις ράγες του ανέκκλητου κυλώντας

Από τη συλλογή Η κλεψύδρα με τις στάχτες (1975)

Σημείωση
στ. 3 Εκεί που τέλειωναν τα τραμ στην Αποθήκη της καρδιάς: Το εβραίικο σπίτι των παιδικών του χρόνων βρισκόταν όχι μακριά από το Ντεπό (=αποθήκη), όπου ήταν το αμαξοστάσιο των τραμ.
στ. 6 Ανάμεσα από γάλα σκόνη: Είναι γνωστό ότι στα χρόνια του εμφυλίου εμοίραζαν γάλα σκόνη σε κάποια ιδρύματα όπως και στα σχολεία - πράγμα που διήρκεσε αρκετά χρόνια και μετά το τέλος του εμφυλίου. Φαίνεται ότι ο ποιητής είχε ιδεί τα μέρη εκείνα όπου εμοίραζαν το γάλα. Αργότερα, ως μαθητής, θα είχε πιει από το γάλα αυτό όπως πολλοί συνομήλικοι από τη γενιά μας.



Αλέξης Τραϊανός, Κατοικίδιος σκορπιός

Έγινε βράδυ πάλι

Ποίημα του δωματίου
Κατοικίδιος σκορπιός κατεβαίνει απ' το ταβάνι
Και πρέπει να μείνουν λίγες ώρες μαζί
Σ' αυτό το τοπίο μόνο κι επιληπτικό
Απ' τη λυπημένη σπατάλη μιας σκέψης

Μια Σαχάρα από καθρέφτες
Όπου εγώ και ο θάνατος
Συναντιόμαστε κάθε μέρα σχεδόν
Με τις ίδιες συνηθισμένες κινήσεις
Τις ίδιες νύχτες
Βλέποντας κι απόψε
Αυτό το ζαχαρί ζευγάρι
Με μια σκόρπια διάθεση
Απ' το καπνισμένο μάτι
Λέξεων μόνον καθώς επιπλέουνε στο ποίημα
Ή με τη σίγουρη σημασία ενός σκορπιού
Να πλέει σ' αυτό το κουβαριασμένο
Στο πάτωμα ζευγάρι κάλτσες

Για τι πράγμα Τι τέλος
Γιατί μιλώ όχι από μένα
Δε διατείνομαι τίποτα ούτε και διαθέτω
Ελάχιστα πράγματα βλέπω

Κάθε λίγο και κάτι χαλάει
Οι σωλήνες οι φλέβες ο ύπνος οι λάμπες

Γιατί έχω ένα μάτι γεμάτο καπνούς Άδειο

Αυτό να φωτογραφίσεις
Μα δεν μπόρεσες ούτε καν να στραφείς
Προς τα 'κει που αυτό καταστρέφεται

Γιατί δεν μπόρεσα να καταλάβω
Ούτε τον χρόνο ούτε τον τόπο
Πεταμένος σε τούτο το γήινο τοπίο του '77
Θυμάμαι πότε πότε διάφορα πράγματα
Απορώ με διάφορα πράγματα

Τι κάνουν τα ρούχα της πεθαμένης
Μετά που φεύγει
Τι κάνουν τις λέξεις του ποιητή
Μετά που μένει

Γιατί τελείωσα σήμερα το προηγούμενο ποίημα
Με μιαν αμνησία γύρω από τις λέξεις
Πού γράψαν τις λέξεις μου

Γιατί τέλειωσα

Αυτή 'ναι η Σαχάρα
Με τους σκορπιούς της επάνω μου
Πάνω στην πλάτη μου
Στην πλάτη της πλάνης
Σ' όλα τα πλάτη

Η γεωγραφία μ' άρεζε κάποτε
Όμως τώρα τόσο χαμένες
Οι πρωτεύουσες της οδύνης μου
Σε μια δίνη.

Από τη συλλογή Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα / Cancerpoems (1977)


Αλέξης Τραϊανός, Μουσική από αλκοόλ

Αμαρτία της ποίησης
Νευρική ακτινογραφία ψυχή

Βλέμμα λείψανο μέσα σ' ένα βόρειο σέλας
Και το παλιό λιμάνι όπου λιμνάζω

Τίποτα να με κοιτάζει τώρα που γράφω
Ζω φανταστικά
Γυρνώντας το κουμπί στα μακρά
Για λίγη Πλαθ
Μουσική από αλκοόλ
Άσπρη σάρκα της σιωπής
Μέρες

Που με γυρίζουνε στο ψέμα
Και σ' άλλες μέρες
Που δεν έχω τίποτα να κοιτάξω

Ταξιδεύουμε στο σωλήνα αυτό
Κλινική ησυχία
Χιονίζει συνέχεια αίμα

Το πρόσωπό μου σκεπασμένο
Κομμένα χέρια

Από τη συλλογή Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα / Cancerpoems (1977)


Αλέξης Τραϊανός, Άτιτλο (Ο χώρος όπου και να κοιτάξεις...)

[Από τα Αδημοσίευτα ποιήματα της περιόδου 1968-1972]

Ο χώρος όπου και να κοιτάξεις σου επιστρέφει τον πόνο του
Ζω κλεισμένος σ' ένα φιλί
Κανείς δεν είναι μέσα στο ρίγος της νύχτας
Τα κοιμισμένα όνειρα στις παλάμες μου
Γνώρισαν το σφυγμό ενός ήλιου που μάτωνε
Άλικες πέτρες και σύννεφα
Κι οι βουνοσειρές άλικες
Πώς να 'ναι ωραίες δίχως εσένα
Δίχως τα μάτια σου να 'ναι επάνω τους

Είναι μια μακρινή γιορτή χειλιών
Που τα έβαψε όλα

Άλικα βήματα κι η ζωή ξεγυμνώνοντας τη ζωή σου
Που άρχιζε και τέλειωνε
Μέσα στο κάθε πράγμα
Μέσα στο κάθε σήμερα
Μέσα στο κάθε που έζησα

Έτσι έζησα έτσι ζω έτσι θα ζήσω
Χνούδι από άνεμο
Ίσκιωμα φύλλου
Δάκρυ νερού
Άνθρωπος τελειώνοντας μέσα σου
Χνούδι ίσκιωμα δάκρυ

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Φύλακας ερειπίων - τα ποιήματα (1991)

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

Ο νεκρός


Χόρχε Λουίς Μπόρχες

Ο Νεκρός

Το να εισχωρήσει μια μέρα στα πεδινά της βραζιλιάνικης μεθορίου ένας άνθρωπος από τα περίχωρα του Μπουένος 'Αιρες, ένας φουκαράς κομπαδρίτο, με μοναδικό του εφόδιο τη μωρία του θάρρους και να φτάσει να γίνει αρχηγός των κοντραμπαντιέρηδων, είναι κάτι που εκ πρώτης όψεως, φαίνεται αδύνατον. Για όσους συμμερίζονται αυτή την άποψη, θέλω να διηγηθώ την ιστορία του Βενιαμίν Οτάλορα, που κανένας δε θα πρέπει πια να τον θυμάται στη γειτονιά του Μπαλβανέρα και που τον σκότωσαν, όπως του άξιζε, μ' ένα περίστροφο, στα σύνορα του Ρίο Γκράντε ντου Σουλ. Αγνοώ τις λεπτομέρειες της περιπέτειάς του, όταν μια μέρα θα μου αποκαλυφθούν, θα διορθώσω και θ' αναπτύξω την αφήγησή μου. Για την ώρα, η σύνοψη που ακολουθεί μπορεί να φανεί χρήσιμη.

Γύρω στο 1891, ο Βενιαμίν Οτάλορα είναι δεκαεννιά χρονών. Είναι ένας παλικαράς με στενό κούτελο, καθαρό κι ανοιχτόχρωμο βλέμμα, γερός σαν Βάσκος, μια εύστοχη μαχαιριά του αποκάλυψε πως είναι λεβέντης, δεν τον νοιάζει που ο αντίπαλος του πέθανε, ούτε που αναγκάστηκε να φύγει άρον- άρον από τη πατρίδα του. Ο κοινοτάρχης του δίνει επιστολή για κάποιον Ασεβέδο Μπαντέιρα, από την Ουρουγουάη. Ο Οτάλορα παίρνει το πρώτο καράβι. Το καράβι τρίζει, η θάλασσα λυσσομανά. Την άλλη μέρα, περιπλανιέται στους δρόμους του Μοντεβίδεο, με μια θλίψη που δεν θέλει να τη παραδεχτεί και που ίσως, δε την έχει καταλάβει.

Δε βρίσκει τον Ασεβέδο Μπαντέιρα. Γύρω στα μεσάνυχτα, σ' ένα καπηλειό του Πάσο δελ Μολίνο, βλέπει κάποιους αλογατάρηδες να καβγαδίζουν. Ένα μαχαίρι αστράφτει. Ο Οτάλορα δε ξέρει σε ποιανού μέρος είναι το δίκιο, αλλά η γεύση του κινδύνου τονε τραβά, όπως άλλους η τράπουλα ή η μουσική. Μες στον σαματά, γλιτώνει από τη μαχαιριά ενός πεόν έναν άντρα που φορά σκουρόχρωμο καπέλο και πόντσο. Αποδεικνύεται πως αυτός ο άντρας είναι ο Ασεβέδο Μπαντέιρα. (Όταν το μαθαίνει, ο Οτάλορα, σκίζει το γράμμα, γιατί δε θέλει να χρωστά σε κανένα, παρά μόνο στον εαυτό του.) Παρά το ότι είναι γεροδεμένος, ο Ασεβέδο Μπαντέιρα δίνει κάπως την εντύπωση του σακάτη. Στο πρόσωπό του συνυπάρχουν ο εβραίος, ο νέγρος κι ο ινδιάνος. Στο φέρσιμό του, ο πίθηκος κι ο τίγρης. 'Αλλα στολίδια του είναι μια ουλή, που χαράζει το πρόσωπό του πέρα ως πέρα κι ένα σκούρο δασύτριχο μουστάκι.
Απότελεσμα είναι (μπορεί σ' αυτό να φταίει και το πιοτό) πως ο καβγάς σταματά με την ίδια γρηγοράδα που άρχισε. Ο Οτάλορα πίνει παρέα με τους αλογατάρηδες, ύστερα τουςακολουθεί σ' ένα ξεφάντωμα κι ύστερα σε μια σπιταρώνα στη Παλιά Πόλη, την ώρα που ο ήλιος έχει ανεβεί για τα καλά. Στο βάθος του σπιτιού, στη τελευταία αυλή, οι άντρες στρώνουνε καταγής να κοιμηθούν. Ο Οτάλορα γι' άγνωστους λόγους, συγκρίνει αυτή τη νύχτα με τη προηγούμενη. Τώρα δεν κλυδωνίζεται, τώρα είναι με φίλους. Εντάξει, τον ενοχλούν κάποιες τύψεις, ας πούμε που δε νοσταλγεί το Μπουένος 'Αιρες. Κοιμάται ως τον εσπερινό, οπότε τονε ξυπνά ο χωριάτης που μες στο μεθύσι του είχε ριχτεί στον Μπαντέιρα. (Ο Οτάλορα θυμάται πως αυτός ο άντρας είχε μοιραστεί μ' όλους τους άλλους τη νύχτα του σαματά και του γλεντιού και πως ο Μπαντέιρα τον ήθελε να κάθεται στα δεξιά του και του 'βαζε συνέχεια να πίνει.) Ο άντρας λέει στον Οτάλορα πως τονε ζητά τ' Αφεντικό. Σ' ένα γραφείο που βλέπει στον προθάλαμο (πρώτη φορά στη ζωή του ο Οτάλορα βλέπει προθάλαμο με συρόμενες πόρτες), τονε περιμένει ο Ασεβέδο Μπαντέιρα συντροφιά με μια γυναίκα μ' ύφος ακατάδεχτο, ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα και κόκκινα μαλλιά. Ο Μπαντέιρα τονε παινεύει, του προσφέρει ρακή, του ξαναλέει πως σχημάτισε γι' αυτόν την εντύπωση ότι είναι άντρας που το λέει η ψυχή του, του προτείνει να πάει βόρεια μαζί με τους άλλους να φέρουν ένα κοπαδι. Ο Οτάλορα δέχεται. Πριν ακόμη χαράξει, έχουνε κιόλας πάρει το δρόμο για το Τακουαρεμπό.

Αρχίζει λοιπόν για τον Οτάλορα μια ζωή διαφορετική, μια ζωή γεμάτη αχανή ξημερώματα και μέρες ποτισμένες με αλογίσια μυρωδιά. Αυτή η ζωή είναι για τον Οτάλορα κάτι καινούργιο και συχνά ανυπόφορο, αλλά φαίνεται πως την είχε στο αίμα του, γιατί, όπως σ' άλλες χώρες οι άνθρωποι λατρεύουν και προαισθάνονται τη θάλασσα, έτσι κι εμείς (χωρίς να εξαιρείται κι ο άνθρωπος που πλέκει αυτά τα σύμβολα) ποθούμε μ' όλη μας τη ψυχή να ζήσουμε στον απέραντο κάμπο που αντηχεί κάτω από τα πόδια μας. Ο Οτάλορα έχει μεγαλώσει στις γειτονιές των αμαξάδων και των καροτσέρηδων. Πριν κλείσει χρόνος έχει γίνει γκάουτσο. Μαθαίνει να δαμάζει τ' άλογα, να τα μαντρώνει, να πετσόκοβει ένα σφαχτάρι, να χειρίζεται το λάσο για να πιάνει τα ζωντανά κι εκείνο το άλλο, με τις μπίλιες, για να τα σκοτώνει, ν' αντέχει το ξενύχτι, τις καταιγίδες, τις παγωνιές και τον ήλιο, να οδηγεί το κοπαδι με φωνές ή με σφυρίγματα.

Όλο τούτο τον καιρό της μαθητείας, μπορεί να 'χει δει τον Ασεβέδο Μπαντέιρα μόνο μια φορά, αλλά δεν τον βγάζει από το νου του, όχι μόνο γιατί το να 'σαι παλικάρι του Μπαντέιρα παναπεί πως σε λογαριάζουν και σε φοβούνται, αλλά και γιατί, κάθε φορά που γίνεται κάποια παλικαριά, οι γκάουτσος λένε πως ο Μπαντέιρα τα καταφέρνει καλύτερα. Κάποιος λέει πως ο Μπαντέιρα έχει γεννηθεί στη πέρα όχθη του Κουαρεΐμ, στο Ρίο Γκράντε ντου Σουλ. Αυτό το στοιχείο, όχι μόνο δε ρίχνει τον Μπαντέιρα στα μάτια του Οτάλορα, αλλ' αντίθετα, εμπλουτίζει την εικόνα του με πυκνά δάση, με βάλτους, με ανεξερεύνητες και σχεδόν άπειρες αποστάσεις. Με τον καιρό, ο Οτάλορα καταλαβαίνει πως ο Μπαντέιρα έχει κι άλλες ασχολίες και πως η πιο βασική απ' όλες είναι το κοντραμπάντο. Ο αλογατάρης είναι δούλος. Ο Οτάλορα αποφασίζει να εξελιχθεί σε κοντραμπαντιέρη. Μια νύχτα, δυο από τους συντρόφους του περνούν τα σύνορα για να φέρου μια παρτίδα ζαχαροκάλαμα. Ο Οτάλορα προκαλεί τον ένα τους, τον τραυματίζει και παίρνει τη θέση του. Ωθείται από τη φιλοδοξία κι από μιαν ανεξήγητη πιστότητα. "Ας καταλάβει επιτέλους αυτός ο άνθρωπος", λέει μέσα του, "πως αξίζω πιο πολύ απ' όλους μαζί τους Ουρουγουανούς του".

Περνά κι άλλος ένας χρόνος μέχρι να γυρίσουν στο Μοντεβιδέο. Ο Οτάλορα κι οι σύντροφοί του μπαίνουν στα περίχωρα, διασχίζουν τη πόλη που τους φαίνεται τεράστια. Φτάνουν στ' αφεντικό. Οι άντρες στρώνουν τα πράματά τους στη τελευταία αυλή. Περνούν οι μέρες κι ο Μπαντέιρα δε λέει να φανεί. Κάτι φοβισμένοι ψίθυροι τον θέλουν άρρωστο. Ένας νέγρος του ανεβάζει κάθε μέρα τη μπουγιότα και το ματέ. Ένα βράδυ αναθέτουν αυτή τη δουλειά στον ξένο. Ο Οτάλορα αισθάνεται μια μικρή ταπείνωση, αλλά και ταυτόχρονα μιαν ικανοποίηση.
Η κρεβατοκάμαρα είναι ανάστατη και σκοτεινή. Υπάρχει ένα μπαλκόνι που βλέπει δυτικά, υπάρχει ένα μακρύ τραπέζι μ' ένα εκθαμβωτικό συνονθύλευμα από καμτσίκια, φυσιγγιοθήκες, πυροβόλα και σπαθιά, υπάρχει ένας απόμακρος καθρέφτης με το γυαλί του σκουριασμένο. Ο Μπαντέιρα είναι ξαπλωμένος ανάσκελα. Κοιμάται και στενάζει. Φέρνει στο νου την ικμάδα ύστερου ήλιου.

Το πελώριο άσπρο κρεβάτι θαρρείς και τον συρρικνώνει, τον εξαϋλώνει. Ο Οτάλορα προσέχει τ' άσπρα μαλλιά, τη κούραση, την ανημποριά, τις ρωγμές του χρόνου. Τον εξαγριώνει η ιδέα πως αυτός ο γέρος τους προστάζει. Πάνω που σκέφτεται ότι μια μαχαιριά είναι αρκετή για να τον ξεφορτωθούν, βλέπει στον καθρέφτη ότι κάποιος μπήκε στο δωμάτιο: η κοκκινομάλλα. Είναι μισόγυμνη, ξυπόλητη και τον περιεργάζεται ψυχρά. Ο Μπαντέιρα ξυπνά. Όσην ώρα μιλά για τη ζωή στην επαρχία, πίνοντας το ένα μάτε πίσω από τ' άλλο, τα δάχτυλά του παίζουν με τις μπούκλες της γυναίκας. Κάποτε, δίνει στον Οτάλορα την άδεια ν' αποχωρήσει.
Λίγες μέρες αργότερα, έρχεται διαταγή να ξαναφύγουν για τα βόρεια. Φτάνουν σ' ένα χαμένο αγρόκτημα, που θα μπορούσε να 'ναι σε οποιοδήποτε σημείο του απέραντου κάμπου. Δεν υπάρχουν δέντρα, ούτε νερά, που θα μπορούσαν να το κάνουν πιο ευχάριστο κι από το πρωΐ ως το βράδυ ο ήλιος το χτυπά ανελέητα. Υπάρχουν μαντριά από ξερολιθιές για κάτι πειναλέα ζωντανά με μακριά κέρατα. Το άθλιο κτήμα λέγεται Στεναγμός.

Ο Οτάλορα μαθαίνει από τους πεόνες ότι δε θ' αργήσει να καταφτάσει ο Μπαντέιρα από το Μοντεβιδέο. Ρωτά γιατί και κάποιος του εξηγεί πως ένας ξένος, που έγινε γκάουτσο, πολύ το αφεντικό παριστάνει τώρα τελευταία. Ο Οτάλορα το δέχεται σαν αστείο, αλλ' ακόμη και γι' αυτό το αστείο καμαρώνει. Αργότερα θα μάθει πως ο Μπαντέιρα τσακώθηκε μ' ένα κομματάρχη, που αποφάσισε ν' αποσύρει την υποστήριξή του. Το μαντάτο τον ευχαριστεί.
Φτάνουν κάσες με τουφέκια, φτάνουν μια κανάτα κι ένα λαβομάνο για τον κοιτώνα της γυναίκας, φτάνουν κουρτίνες από πλουμιστό δαμάσκο κι ένα πρωΐ φτάνει από τα βουνά ένας βαρύθυμος καβαλάρης με πυκνά γένια, που φορά πόντσο. Τον λένε Ουλπιάνο Σουάρες κι είναι ο καπάνγκα, ο μπράβος του Ασεβέδο Μπαντέιρα. Δε λέει πολλά κι η προφορά του έχει βραζιλιάνικο χρώμα. Ο Οτάλορα δε ξέρει αν θα πρέπει ν' αποδώσει την επιφυλακτικότητα του στην εχθρότητα, στην αδιαφορία ή στο γεγονός ότι είναι ένας άξεστος και τίποτ' άλλο.
Το μόνο που ξέρει είναι ότι για να πετύχει το σχέδιο που 'χει κατά νου, πρέπει να κερδίσει τη φιλία του.

Και να που, μια μέρα, εμφανίζεται στο πεπρωμένο του Βενιαμίν Οτάλορα ένας ντορής με μαύρη ουρά και χαίτη, με φάλαρα ασημοποίκιλτα και χράμι κροσωτό από τίγρη, που φέρνει από τα νότια τον Ασεβέδο Μπαντέιρα. Και μόνο με τη θέα αυτού του αγέρωχου αλόγου, που συμβολίζει την εξουσία του αφέντη, ο νεαρός αρχίζει να ποθεί, μ' ένα πόθο αβυσσαλέο, τη γυναίκα με τα φλογάτα μαλλιά. Η γυναίκα, τα φάλαρα κι ο ντορής, ανήκουν ή προσδιορίζουν τον άντρα που θέλει να καταστρέψει.

Στο σημείο αυτό, η ιστορία περιπλέκεται και βαθαίνει. Ο Ασεβέδο Μπαντέιρα είναι μάστορας στη τέχνη του προοδευτικού εκφοβισμού, στους σατανικούς ελιγμούς με τους οποίους ταπεινώνει βαθμιαία τον συνομιλητή του συνδυάζοντας αλήθειες και κουτσομπολιά. Ο Οτάλορα αποφασίζει να εφαρμόσει την ίδιαν αμφίλοξη μέθοδο στο δύσκολο σχέδιο που 'χει
καταστρώσει. Αποφασίζει να παραγκωνίσει, σταδιακά, τον Ασεβέδο Μπαντέιρα. Επωφελείται από κάτι μέρες στις οποίες μοιράστηκαν τον ίδιο κίνδυνο και καταφέρνει να κερδίσει τη φιλία του Σουάρες. Του εκμυστηρεύεται το σχέδιό του κι ο Σουάρες του υπόσχεται την υποστήριξή του. Ύστερα συμβαίνουν ένα σωρό πράματα, από τα οποία γνωρίζω πολύ λίγα.

Ο Οτάλορα δεν υπακούει στις διαταγές του Μπαντέιρα, πότε τις ξεχνά, πότε τις διαστρέφει ή τις αντιστρέφει. Το σύμπαν δείχνει να συνωμοτεί μαζί του κι επιταχύνει τα γεγονότα. Ένα μεσημέρι, στο Τακουαρεμπό, πέφτουν πυροβολισμοί με τους ντόπιους του Ρίο Γκράντε κι ο Οτάλορα παίρνει τη θέση του Μπαντέιρα και μπαίνει επικεφαλής των Ουρουγουανών. Μια σφαίρα του τρυπά τον ώμο, αλλά το ίδιο απόγευμα ο Οτάλορα επιστρέφει στον Στεναγμό πάνω στον ντορή του αρχηγού και το ίδιο απόγευμα το αίμα του λεκιάζει τη προβιά του τίγρη και την ίδια νύχτα πλαγιάζει με τη γυναίκα με τα φλογάτα μαλλιά.

'Αλλες εκδοχές της ιστορίας αλλάζουν τη σειρά των γεγονότων κι αρνούνται πως όλα συνέβησαν την ίδια μέρα. Όμως ο Μπαντέιρα, κατ' όνομα τουλάχιστον, είναι πάντα ο αρχηγός. Δίνει διαταγές που δεν εκτελούνται κι ο Βενιαμίν Οτάλορα δεν τον αγγίζει, από ένα κράμα ρουτίνας κι ευσπλαχνίας.

Η τελευταία σκηνή της ιστορίας διαδραματίζεται μες στον αναβρασμό της τελευταίας νύχτας του 1894. Εκείνη τη νύχτα, οι άνθρωποι του Στεναγμού τρώνε φρεσκοσφαγμένο αρνί και πίνουν ένα πιοτό δυναμίτη. Κάποιος γρατσουνίζει στη κιθάρα την ίδια και την ίδια μιλόνγκα. Στη κορφή του τραπεζιού, ο Οτάλορα, σκνίπα στο μεθύσι, δε σταματά να ορθώνει όλο και πιο ψηλά τον ιλιγγιώδη πύργο της χαράς του, σύμβολο του αναπότρεπτου πεπρωμένου του. Ο Μπαντέιρα, σιωπηλός ανάμεσα στους φωνασκούς, αφήνει τη πολυτάραχη νύχτα να περάσει. Όταν το ρολόι σημαίνει μεσάνυχτα, σηκώνεται σα να ΄χει ξεχάσει να κάνει κάτι. Σηκώνεται και χτυπά σιγά τη πόρτα της γυναίκας. Εκείνη του ανοίγει αμέσως, θαρρείς και περίμενε το κάλεσμα. Εμφανίζεται μισόγυμνη και ξυπόλητη. Παίρνοντας μια κοροϊδευτική φωνή, μακρόσυρτη και γυναικεία, ο αρχηγός τη διατάζει:
-"Αφού εσύ κι ο λιμοκοντόρος αγαπιέστε τόσο πολύ, θα πας τώρα αμέσως να του δώσεις ένα φιλί μπροστά σ' όλο τον κόσμο".

Προσθέτει μια χυδαία λεπτομέρεια. Η γυναίκα κάνει ν' αντισταθεί, αλλά δυο άντρες την έχουνε πιάσει από τα μπράτσα και τη ρίχνουν επάνω στον Οτάλορα. Πνιγμένη στα δάκρυα, του φιλά το στήθος και το πρόσωπο. Ο Ουλπιάνο Σουάρες έχει φουχτώσει το περίστροφό του. Πριν πεθάνει ο Οτάλορα, καταλαβαίνει πως τον είχανε προδώσει από την αρχή, πως τον είχανε καταδικάσει σε θάνατο, πως του 'χαν επιτρέψει τον έρωτα, το πρόσταγμα και τον θρίαμβο, γιατί τον είχανε για νεκρό, γιατί για τον Μπαντέιρα ήταν ήδη νεκρός.

Ο Σουάρες σχεδόν με ακαταδεξία, πυροβολεί...

(μετάφραση: Αντώνης Καλοκύρης)

Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2009

ΜΑΤ


Με καταδρομικού τύπου επιθέσεις στην περιοχή των Εξαρχείων αρχίζει το έργο του το Υπουργείο «Προστασίας του Πολίτη» και ο υπουργός ναρκισσίζεται, δίνοντας στον εαυτό του το ρόλο του Έντγκαρ Χούβερ. Η διάλυση των ΜΑΤ και των παρεμφερών σωμάτων αποτελεί χρόνιο αίτημα πολλών δυνάμεων της αριστεράς, όπως μάς υπενθυμίζει η πιο πάνω αφίσα.
Η μόνη ένσταση είναι πως τα κομμάτια είναι στημένα με λανθασμένο τρόπο στην φωτογραφία (ο Βασιλιάς και η Βασίλισσα έχουν αλλάξει θέσεις μετά από 1. ε4 ε5).