Τετάρτη, 8 Σεπτεμβρίου 2010

Η σκιά του εαυτού μας


Η σκιά του εαυτού μας
του Λουίς Σεπούλβεδα
Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης
Εκδόσεις opera http://www.operabooks.gr/

Πρώτο κεφάλαιο:
«Σʼ εμάς τους γέρους τι μας έχει μείνει πια; Μόνο ο Καρλίτος Σαντάνα» σκέφτηκε ο βετεράνος και θυμήθηκε έναν άλλο ηλικιωμένο που, πριν από σαράντα χρόνια, είχε την ίδια σκέψη. το μόνο που διέφερε, ήταν το επώνυμο, καθώς και το γεγονός ότι το είχε πει ενώ έβαζε να πιει ένα ποτήρι κρασί.

«Σʼ εμάς τους γέρους τι μας έχει μείνει πια; Μόνο ο Καρλίτος Γαρδέλ — στην υγειά σου, Morocho» είχε αναστενάξει τότε ο παππούς του, κοιτάζοντας με νοσταλγία το ρουμπινένιο χρώμα του κρασιού.

«Αυτό ήταν όλο» θυμήθηκε ο βετεράνος. «Την άλλη μέρα, ο παππούς τίναξε τα μυαλά του στον αέρα μʼ ένα τριανταοχτάρι Smith and Wesson, το ίδιο σιδερικό που το ʼχω φυλάξει τόσες δεκαετίες πεντακάθαρο και λαδωμένο, με τις έξι σφαίρες του στη θαλάμη, τυλιγμένο σʼ ένα μαυροκόκκινο βελούδινο πανί, άτρωτο απʼ την υγρασία, τους σκώρους και τη λήθη.»

Έτσι το ʼχε πάρει κι ο παππούς απʼ τον Φρανθίσκο Ασκάσο, σʼ ένα μπαρ της οδού Σαν Διέγο, ένα βροχερό πρωινό που σε όλα τα ημερολόγια του κόσμου ήταν σημειωμένο ως 16 Ιουλίου 1925. Δίπλα του, εκτός απʼ τον Ασκάσο, ήταν κι άλλοι δύο άνδρες: ο Γρεγόριο Χοβέρ και ο Μπουοναβεντούρα Ντουρούτι, που κακολογούσε το χιλιάνικο κρασί, θεωρώντας το πολύ τραχύ, στυφό ή αψύ.

«Καλωσόρισες στους Εκδικητές» άκουσε να του λέει ο Ντουρούτι, κι όταν τσούγκρισαν τα ποτήρια τους, ο Χοβέρ του συνέστησε να προσέχει το περίστροφο, γιατί ήταν ιστορικό: με το ίδιο όπλο είχαν σκοτώσει τον Χουάν Σολδεβίλα ι Ρομέρο, αρχιεπίσκοπο της Θαραγόσας, το 1923.

«Σαν τα μάτια μου» αποκρίθηκε ο παππούς που, εκείνη την εποχή, ήταν τριάντα χρονών, λεγόταν Πέδρο Νολάσκο Αράτια κι ήταν εργάτης στο τυπογραφείο Alborada, ειδικευμένο στα καλαντάρια, στα κτηνιατρικά αλμανάκ και στα στιχάκια που θρηνούσαν φανταστικούς έρωτες.

Τέλειωσαν το κρασί, πλήρωσαν και πήραν ένα ταξί που τους πήγε ώς το κατάστημα της Banco de Chile στο Ματαδέρο.

Αυτή ήταν η πρώτη ληστεία Τράπεζας στην ιστορία του Σαντιάγο. Σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, οι τέσσερις άνδρες μπήκαν με το κεφάλι ακάλυπτο, κλείδωσαν τη μοναδική πόρτα, έβγαλαν τα όπλα, κι ο Ντουρούτι, με φωνή αντάξια ηθοποιού σε ραδιοφωνικό σίριαλ, είπε: «Αυτό είναι ληστεία, αλλά εμείς δεν είμαστε κλέφτες. οι κεφαλαιοκράτες συνασπίζονται για να εκμεταλλεύονται τους λαούς όλου του κόσμου, κι είναι δίκαιο να τους χτυπάμε εκεί που δεν το περιμένουν. Τα χρήματα που θα σηκώσουμε, θα χαρίσουν ευτυχία στους κολασμένους της Γης. Ζήτω η αναρχία!».

Την επομένη, η εφημερίδα «Última Hora» δημοσίευσε μια συνέντευξη του Λουίς Αλμπέρτο Φιγκερόα, ταμία τής Τράπεζας που είχε χτυπηθεί, κι ο υπάλληλος, που είχε γίνει διάσημος απʼ τη μια μέρα στην άλλη, δήλωσε πως πράγματι οι ληστές ήταν τέσσερις, όλοι οπλισμένοι, αλλά εκείνος δε φοβήθηκε ούτε μία στιγμή, γιατί εκείνοι οι τύποι τού είχαν εμπνεύσει περισσότερη εμπιστοσύνη απʼ ό,τι οι τακτικοί πελάτες της Τράπεζας, και η κυρία Ρόσα Ελβίρα Κάρκαμο, ιδιοκτήτρια ενός κρεοπωλείου στο Ματαδέρο, είπε πως οι τέσσερις άνδρες πέρασαν μπροστά απʼ το μαγαζί της καμιά δεκαριά λεπτά μετά τη ληστεία, ακριβώς τη στιγμή που εκείνη άπλωνε στη βιτρίνα μια πλεξούδα με φρεσκοψημένα χωριάτικα λουκάνικα. Οι τρεις μιλούσαν σαν Ισπανοί, δήλωσε κατηγορηματικά η κυρία Κάρκαμο, κι ο ένας μόνο σαν Χιλιάνος. Ο πιο ψηλός από τους Ισπανούς —ο Ντουρούτι, σύμφωνα με μια φωτογραφία που έδωσε στη δημοσιότητα η αργεντινή αστυνομία—, με το που είδε τα λουκάνικα, είπε τι υπέροχα που είναι, κι ο Χιλιάνος τού είπε πως στη Χιλή τα λένε «prietas» κι ότι μαζί μʼ έναν πολύ πικάντικο πουρέ από πατάτες είναι να γλείφεις τα δάχτυλά σου. Αγόρασαν δύο κιλά και, για να πληρώσουν, έβγαλαν λεφτά από μια τσάντα που μέσα της, κατά τα λεγόμενα της κυρίας Κάρκαμο, υπήρχαν πιο πολλά λεφτά απʼ όσα ένας νοικοκύρης μπορεί να κερδίσει από μια έντιμη δουλειά.

Ένας άλλος μάρτυρας που είχε πέσει πάνω τους, ο νεαρός ποιητής Κάρλος Ντίας Λογιόλα, που υπέγραφε τους στίχους του με το ψευδώνυμο Πάμπλο ντε Ρόκα, καθημερινός επισκέπτης του Ματαδέρο, πρόσθεσε: «Ψώνισαν κι απομακρύνθηκαν ανάμεσα στο πλήθος που εκθείαζε τις χοιρινές μπριζόλες ψημένες αλά χιλιάνικα, τα αποχαυνωτικά λουκάνικα του χιλιομέτρου, τις απολύτως βαγκνερικές πλεξούδες των εντοσθίων, τα μαστάρια μες στου μαϊντανού τις τσιριμόνιες, και τα αμελέτητα, τρανή απόδειξη της λεβεντιάς των ταύρων τού Οσόρνο».

Αξίζει να σημειωθεί ότι ένας άλλος ποιητής, ο Ρικάρδο Ελιέσερ Νεφταλί Ρέγιες Μπασοάλτο, πιο γνωστός ως Πάμπλο Νερούδα στα μποέμικα στέκια της εποχής, διάβασε αυτές τις δηλώσεις και, με μια διάπυρη επιστολή που απηύθυνε στον διευθυντή της «Última Hora», επέκρινε τον βάρδο από το Λικαντέν για την καταφανή περιφρόνησή του προς τα μαστάρια: «Έτσι όπως τα στήθη μιας κυρίας δεν αξίζουν την προσβολή ενός γαντοφορεμένου χεριού, έτσι και τα μαστάρια δεν πρέπει να πικραίνονται ανάμεσα στους μαϊντανούς, μια και δεν υπάρχει τίποτα πιο ευγενές και αισθησιακό απʼ την ευωδιαστή αγκαλιά του σέλινου».

Στην ίδια εφημερίδα, ο τότε Διευθυντής της Αστυνομίας, Μάρκο Αντόνιο Σαλαμπέρι, δήλωνε κατάπληκτος για το γεγονός ότι οι κακοποιοί, αφού είχαν διαπράξει ένα αποτρόπαιο έγκλημα κατά της ιδιοκτησίας, απομακρύνθηκαν με τα πόδια, με την ίδια φυσικότητα με την οποία ένας πιστός αποχωρεί από τον καθημερινό του εκκλησιασμό. Ευχήθηκε την ταχεία σύλληψη των ληστών και, ταυτόχρονα, εξέφρασε τον προβληματισμό του για ένα έγκλημα πρωτοφανές σε μια χώρα φιλειρηνική και νομοταγή.

«Οπότε, είμαι εγγονός πιονιέρου» σκέφτηκε ο βετεράνος και, πριν βγει από το σπίτι, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Φορούσε μαύρα απʼ την κορφή ώς τα νύχια, το δε σακάκι ήταν φαρδύ και δεν πρόδιδε τον όγκο του περιστρόφου κάτω απʼ την αριστερή μασχάλη. Στις τσέπες του είχε μόνο κάτι κέρματα κι ένα φύλλο από σημειωματάριο με έναν αριθμό τηλεφώνου.

«Είμαστε η σκιά του εαυτού μας, και θα υπάρχουμε όσο θα υπάρχει φως» μουρμούρισε πριν κλείσει πίσω του την πόρτα.


Ο Luis Sepulveda (Λουίς Σεπούλβεδα) γεννήθηκε το 1949 στο Ovalle, στο βορρά της Χιλής. Συμμετείχε σε φοιτητικές και συνδικαλιστικές κινητοποιήσεις ενάντια στο στρατοκρατικό καθεστώς της χώρας του, κατηγορήθηκε για προδοσία και καταδικάστηκε σε φυλάκιση είκοσι οκτώ ετών. Μετά από δυόμισι χρόνια εγκλεισμού του στη φυλακή, και με παρέμβαση της Διεθνούς Αμνηστίας, αποφυλακίστηκε, αλλά υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τον τόπο του.
Έγραψε ποιήματα, θεατρικά έργα, διηγήματα, δημιούργησε θεατρικές ομάδες στο Περού, το Εκουαδόρ και την Κολομβία και ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία.
Έζησε έξι μήνες στον Αμαζόνιο με τους ινδιάνους Σουάρ και αποκόμισε εμπειρίες που άλλαξαν την αντίληψή του για τον κόσμο και του πρόσφεραν το υλικό για το πρώτο του μυθιστόρημα: «Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης» (opera, 1993).
Στρατεύτηκε στο διεθνές τάγμα «Σιμόν Μπολίβαρ» και συμμετείχε στον απελευθερωτικό αγώνα της Νικαράγουας. Το 1980 εγκαταστάθηκε στην Ευρώπη και συνδέθηκε με την οικολογική οργάνωση Greenpeace. Ταξίδεψε σ' όλον τον κόσμο.
Του απονεμήθηκαν τα μεγαλύτερα λογοτεχνικά βραβεία.
Στα ελληνικά κυκλοφορούν: «Ο κόσμος του τέλους του κόσμου» (opera, 1994), «Όνομα ταυρομάχου» (opera, 1995), «Patagonia express» (opera, 1996),
«Η ιστορία του γάτου που έμαθε σ’ ένα γλάρο να πετάει» (opera, 1997), «Το ημερολόγιο ενός ευαίσθητου killer» (opera, 1997), «Hot Line» (opera 1998), «Αν δεν έχεις πού να κλάψεις»
(opera 1998), «Χρονικά του Περιθωρίου».

1 σχόλιο:

Jeenis είπε...

Το σκάκι είναι επανάληψη; Πρώτη φορά το ακούω.

Το "επανάληψη μήτηρ μαθήσεως" δεν ισχύει στην εποχή μας.