Κυριακή 3 Αυγούστου 2008

Φωτοκουίζ


Την κυρία της φωτογραφίας (την κατά κόσμον Λουίζ Βερόνικα Τσικόνε) ασφαλώς την αναγνωρίσατε. Από πού προέρχεται όμως η συγκεκριμένη σκακιστική σκηνή; Για τους ρέκτες του συγκεκριμένου μουσικού είδους.

39 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Με δυσκολεψε καπως, καθως η Madonna εχει εκτεταμενη φιλμογραφια και υπεθεσα οτι ηταν καποια σκηνη απο μια απο τις ταινιες της..Αργησα να σκεφτω την πιθανοτητα του videoclip.Τελικα προκειται για το Τhe power of goodbye που περιεχεται στο Ray of light.H Madonna παιζει μια παρτιδα σκακι με τον εραστη της που η εκβαση του θα κρινει το μελλον του ζευγαριου..Ομως η Μadonna σταματα να παιζει..(Καθε ομοιοτητα με το κειμενο του Κοελιο,στην προηγουμενη αναρτηση, ειναι ευκολα εξηγησιμη,με την βοηθεια κυματοσυναρτησεων).. Για να το συνεχισω και να μην παει χαμενο το ψαξιμο,σε ποια ταινια εμφανιζεται η Μadonna,ξανθη αυτη την φορα,να παιζει σκακι πανω σε κοτερο;

Ανώνυμος είπε...

Aξιζει ισως να σημειωθει οτι η Madonna θεωρειται εμπειρη σκακιστρια,φερεται να εχει παιξει πανω απο 19000 παρτιδες στο ICC,με μεγιστη αξιολογηση 2003 (του χρονου, με τις 34 ομαδες,μια χαρα την βλεπω μια πιθανη μεταγραφη,θα δωσει αλλο glamour στο πρωταθλημα),ωστοσο η σκακιερα στο videoclip ειναι στημενη λαθος..

Ανώνυμος είπε...

apantisi stin erwtisi tou metoikou: se mia frixti tainia, "i kiria kai o naftis" i kati tetoio. oxi oti tin eida, to fantazomai

Ανώνυμος είπε...

Βρε παιδιά τα χουμε πει αυτά. Ο κινηματογράφος είναι ένας καθρέφτης της πραγματικότητας. Η σκακιέρα οφείλει να είναι ανεστραμμένη.
Για την κυρία τώρα, μόνο μια σκηνή θυμάμαι με εκείνη μέσα. Μια ερωτική σκηνή με ολόκληρο Ουίλιαμ Νταφόε. Κι αυτός θα την θυμάται, αφού του άφησε εγκαύματα.

Ανώνυμος είπε...

Για όνομα!
Μην φορτωθεί η ταινία "Η κυρία και ο ναύτης" την όποια αποτυχία της Μαντόνα. Η ταινία που αναφέρθηκε ο "ανώνυμος" είναι ριμέικ της υπέροχης πρωτότυπης ταινίας του 1974 της Λίνα Βερτμίλερ ("Ιστορία έρωτα και Αναρχίας", "Μίμης ο Σιδεράς" και πολλές άλλες ταινίες, ενώ το 2005 σε σκηνοθεσία της παρουσιάστηκε στην Λυρική η "Μποέμ", του Πουτσίνι), με πρωταγωνιστές τους Μαριάντζελα Μελάτο και Τζιανκάρλο Τζιανίνι. Τον τελευταίο τον είδα την ίδια εποχή στον "Αθώο" του Βισκόντι και δεν μπορούσα να πιστέψω ότι ήταν ο ίδιος. Δύο τελείως διαφορετικοί ρόλοι με εξαιρετική ερμηνεία και στους δύο. Εκπληκτικός ηθοποιός.

Ανώνυμος είπε...

Σωστα,η Μαντονα οντως παιζει σκακι στο remake του "Η κυρια και ο ναυτης",που σκηνοθετησε ο συζυγος της Gye Richie, με τον τιτλο"Swept away".Παρομοια ηταν και η τυχη της ταινιας που πηρε πολυ κακες κριτικες.Στον ρολο του ναυτη, ο Αντριανο Τζιανινι,γιος του Τζιανκαρλο..

Ανώνυμος είπε...

ελισσαίε, μόνο μικρονοϊκοί και άνθρωποι που γουστάρουν να πατρονάρουν τους υπόλοιπους θα χρέωναν την αποτυχία της μαντόνα(ς) σε μια ταινία που δεν έπαιζε! "για όνομα", που θα έλεγες κι εσύ. οι δυο ταινίες, της βερτμίλερ και του γκάι ρίτσι με την μαντόνα παίχτηκαν στην ελλάδα με τον ίδιο τίτλο.

καλοπροαίρετος είπε...

Ο ηθοποιός-χαμαιλέων στο σινεμά και στο θέατρο

@ Ελισσαίος :

Σχετικά με το ότι ο Τζιαννίνι έπαιξε, με μεγάλη επιτυχία, δύο τελείως διαφορετικούς ρόλους την ίδια εποχή, αφού υπενθυμίσω ότι ο ηθοποιός αυτό ακριβώς [υποτίθεται ότι] σπούδασε και αενάως σπουδάζει (ο ορισμός της δια βίου [αυτο-]εκπαίδευσης) και γι΄ αυτό ακριβώς [υποτίθεται ότι] πληρώνεται (γιατί όπως είναι γνωστό "ηθοποιός σημαίνει φως, αλλά και νερό, τηλέφωνο, νοίκι"), ότι κάπως έτσι δημιουργείται, στη συνείδηση του κοινού, αλλά και στην καλλιτεχνική πιάτσα, διαστρωμάτωση, από τον εκνευριστικά ατάλαντο μέχρι τον εκθαμβωτικά χαρισματικό (άλλες απαιτήσεις υπάρχουν από τη Ντενίση, άλλες από τη Ζούνη, άλλες από την Πιττακή· από τη Ματσούκα δεν υπάρχουν απαιτήσεις· αρκεί να περιφέρεται στη σκηνή :-)), και ότι ο συγκεκριμένος (Τζιαννίνι) είναι σαφώς εγγύτερα στο δεύτερο αναφερθέν παρά στο πρώτο άκρο, παρατηρώ τα εξής :

Στο σινεμά, αφ΄ ης στιγμής υπάρχει δυνατότητα να ξαναγυριστεί ένα πλάνο πολυάριθμες φορές και με πολλούς εναλλακτικούς τρόπους μέχρι να ικανοποιηθεί το αφεντικό (στην Ευρώπη, συνήθως ο σκηνοθέτης, στις ΗΠΑ, ο παραγωγός· ενίοτε, ο φιρμάτος ηθοποιός· σιγά μην έκανε κουμάντο ο σκηνοθέτης ή ο παραγωγός στον Μάρλον Μπράντο, και σιγά μη διηύθυνε ο Βαφέας τον Βουτσά), δεν μού φαίνεται δύσκολο κάποιος απλώς επαρκής ηθοποιός να υποδυθεί διαφορετικούς κινηματογραφικούς ρόλους την ίδια εποχή· η μουβιόλα να είναι καλά.

Αν μιλήσουμε για θέατρο, ναι, εκεί τα πράγματα διαφέρουν. Εκτός του ότι όλα είναι «μονοπλάνο», ο ρόλος μεταλλάσσεται μέσα στο (συν-πλην) δίωρο που διαρκεί το έργο.

Για παράδειγμα, στο σινεμά δεν μού φαίνεται δύσκολο ένας ηθοποιός να παίζει τον Γενάρη τον εργάτη και τον Απρίλη τον αριστοκράτη. Και, για να μη μας πιάνει ξενομανία, τις δεκαετίες ’60 και ’70 είχαμε άφθονους, ίσως δεκάδες, τέτοιους ηθοποιούς, πρωταγωνιστές και μη· ας μην παραγνωρίζουμε και το γεγονός ότι οι π.χ. Τζαβέλλας και Αλεξανδράκης είχαν πολύ λιγότερα μέτρα φιλμ και χρόνο γυρισμάτων στη διάθεσή τους από τους περίπου σύγχρονους («συνότζιαιρους», που θα έλεγαν οι αδελφοί κύπριοι) π.χ. Αντονιόνι και Βίττι, Τρυφφώ και Μπελμοντό ή, γιατί όχι, Καζάν και Τζέημς Ντην.

Αντίθετα, στο θέατρο μού φαίνεται πιο δύσκολο (όχι όμως και βουνό· βλέπε και πρώτη παράγραφο) ένας ηθοποιός να παίζει – πειστικά, εννοείται – στις εννιά παρά τέταρτο τον ήρωα σε μια άλφα ψυχολογική και συναισθηματική κατάσταση (ίσως και ηλικία, όμως αυτό δεν μού φαίνεται πρωτεύον) και στις εννιάμιση σε μια βήτα.

Βέβαια, σε ακραίες καταστάσεις, οι εντελώς κορυφαίοι θεατρικοί ηθοποιοί μπορούν να αλλάζουν ρόλους και περσόνες ανά δεκάλεπτο με χαρακτηριστική άνεση, όπως π.χ. ο Σεφερλής στο «Πήρε τοστ το Σαββατόβραδο» :-)

Σημείωση για τον «Αθώο» : Με τον Τζιαννίνι και την Αντονέλλι, βγήκε αριστούργημα. Φαντάσου να έπαιζαν αντ΄ αυτών ο Ντελόν και η Σνάιντερ.

(Αυτούς ήθελε αρχικά για τους πρωταγωνιστικούς ρόλους ο «κόκκινος κόμης».)

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ είπε...

Δηλαδή, αν κατάλαβα καλά ο μικρονοϊκός, τραγουδάω το "Like a virgin" (29 Αυγούστου γεννήθηκα, παρά τις επίμονες αντιδράσεις μου), λίγο καλύτερα απ' ότι η Μαντόνα παίζει σκάκι και η Μαντόνα παίζει σκάκι λίγο καλύτερα απ' ότι παίζει τους ρόλους της στις διάφορες ταινίες, έστω κι αν αυτές είναι σε σκηνοθεσία του αντρούλη της; Παρακαλώ πατρονάρετέ με.

Ανώνυμος είπε...

Ειναι τοις πασι γνωστο οτι ο κινηματογραφος ανηκει στον σκηνοθετη ενω το θεατρο ανηκει στον ηθοποιο.Οι ερμηνειες αποτελουν μερος της ταινιας αφου τα τεχνικα στοιχεια κυριαρχουν.Αντιθετα στο θεατρο ο ρολος πλαθεται απο τον ηθοποιο.

Η παρεμβαση του Ελισαιου με ξεμπερδεψε αφου στο μυαλο μου εχει μεινει η ταινια της Βερντμιλερ και μεχρι να φαω φλασια και να
γκουκλισω για το remake ειχε απαντησει.

Μαθαμε και κατι απο αυτο οτι η Μαντονα παιζει σκακι στα κοτερα.

Χαιρετω την θερινη συναστρια καλοπροαιρετου και Βal κατω απ το ιδιο post

Ανώνυμος είπε...

@ Καλοπροαίρετος

Απ' όσο έχω συμπεράνει, εν γένει έχεις δίκιο στη διάκριση που κάνεις.

Η δυνατότητα που υπάρχει στον κινηματογράφο να ξαναγυριστεί κάποιο πλάνο και κυρίως η δύναμη του μοντάζ που μπορεί να μετατρέψει μια αδιάφορη σκηνή σε μια σειρά συναρπαστικών πλάνων, κάνει λιγότερο καθοριστική την ερμηνεία του ηθοποιού.

Παρόλ' αυτά νομίζω ότι δεν είναι το πιο απλό πράγμα να μάθεις να χρησιμοποιείς σωστά τα εκφραστικά σου μέσα και κυρίως ποια απ' αυτά θα επιλέξεις. Άλλες απαιτήσεις έχει ένα πολύ κοντινό, όπου και μόνο το άνοιγμα της ίριδας του ματιού αρκεί για να μεταδώσει συναισθήματα και καταστάσεις, και άλλες ένα γενικό, όπου καταγράφονται οι σωματικές κινήσεις.
Αυτό όμως που εντυπωσιάζει σε έναν ηθοποιό, τόσο στο θέατρο όσο και στον κινηματογράφο είναι η ικανότητά του να μεταπηδήσει από μια εξωστρεφή, γκροτέσκα σε ερμηνεία σε μια εσωτερική, δωρική απόδοση της κατάστασής του. Και αυτό εκτίμησα στον Τζιανίνι στις δύο ταινίες που ανέφερα.

Πάντως (Τάσως), και στον κινηματογράφο ο ηθοποιός μπορεί μέσα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα να χρειαστεί να γυρίσει σκηνές με διαφορετική συναισθηματική κατάσταση και μάλιστα να χρειαστεί να τις γυρίσει με ανάστροφη χρονική σειρά προκειμένου να διευκολυνθούν τα γυρίσματα. Επίσης το γεγονός ότι δεν υπάρχει ροή στο γύρισμα της σκηνής (εκτός αν πρόκειται για μονοπλάνο)δεν διευκολύνει τα πράγματα σε σχέση με το θέατρο όπου ο ηθοποιός βρίσκει έναν υποκριτικό ρυθμό.
Και επίσης "ο χρόνος είναι χρήμα". Το να ξαναγυρίσεις ένα πλάνο έχει κάποια όρια. Υπάρχει ένα πολυάριθμο συνεργείο όπου πρέπει να πληρωθεί, κάποιοι χώροι που δεν μπορούν να δεσμεύονται για πάντα (ιδίως αν πρόκειται για εξωτερικά γυρίσματα) για να μην μιλήσω για τις Low budget παραγωγές με φιλμ, όπου κάθε κασέτα με φιλμ είναι ένα υπολογίσιμο κόστος.

Τέλος (Άγρας), να εκφράσω μία επιφύλαξη για το κατά πόσο εξακολουθεί το θέατρο να είναι του ηθοποιού και δεν έχει γίνει και αυτό του σκηνοθέτη. Ο Άμλετ του Οστερμάιερ λέμε, ούτε καν του Σαίξπηρ, πόσο μάλλον των ηθοποιών που παίζουν.

Πρωτοπορία Ούμπερ Άλλες και από 'δω πάνε και οι άλλες (ερμηνείες).

καλοπροαίρετος είπε...

Κι εγώ μικρονοϊκός είμαι, με θέλετε στην παρέα σας;

@ Παναγιώτης Κονιδάρης :

Μπα, πινγκ πονγκ θέλεις πάλι; Θα το έχεις· θα σε παίξω με το αριστερό, το δεξί θα το δέσω στην πλάτη· πάρε και δέκα πόντους αβάντζο, να έχει και κάποιο στοιχειώδες σασπένς· βγαίνουμε στα εικοσιένα, όπως συνήθως, έτσι; :-)

Uh-huh (καταφατικό επιφώνημα· προσοχή, όχι uh-uh, αυτό είναι αποφατικό), έχεις την ίδια ημερομηνία γέννησης με τον Στελλάρα δηλαδή.

Πλάκα έχουν αυτές οι αυθαίρετες χιαστί συγκρίσεις, ειδικά αν είναι και λίγο σουρρεαλιστικές, ξερωγώ : ο Βαγγέλης του Χλέμπουρα (σε δοκιμάζω τώρα : έχεις διαβάσει παλιό Αρκά, τη σειρά Show business;) θα έπαιζε καλύτερα τον «Έμπορο της Βενετίας» απ΄ ό,τι θα χόρευε αρκουδιάρικο ο Γιώργος Μεσσάλας, ή : ο Φο-Μι-Τσιν παίζει καλύτερα τα φινάλε Πύργων απ΄ ό,τι ο Τσούκι πίπα.

Ελεγκτέες λοιπόν οι ερμηνευτικές σου ικανότητες στο Like a virgin, όμως θα μπορείς στα πενήντα σου (σαρανταεφτά, μην κλέβω κιόλας) να χορεύεις όπως αυτή στο βιντεοκλίπ του Hung up (δεν λέμε όπως οι αραπάδες ράπερς και οι κινέζοι πιτσαδόροι στο ίδιο βιντεοκλίπ); Ούτε στο φαστ φόργουωρντ, ε; Εδώ σε θέλω κάρβουνα...

Α, προς αποφυγή παρερμηνειών : πίπα λέγεται ένα παραδοσιακό κινέζικο μουσικό όργανο, παρεμφερές με το ημέτερο λα(γ)ούτο. Για φαντάσου τον γιγαντόσωμο Ίβαντσουκ να παίζει, ηδυπαθώς και με ταξιδιάρικο βλέμμα, κάτι σε Παντελής Θαλασσινός να πούμε, κάποια λάγνα ανατολίτικη μελωδία στην πίπα : σαν μπαγλαμαδάκι θα φαίνεται στις χερούκλες του :-)

(Τώρα που το σκέφτομαι, ο Φο-Μι-Τσιν είναι βιετναμέζος, αλλά δε βαριέσαι, ποιος θα το καταλάβει...)

ΥΓ : Πολλοί μικρονοϊκοί μαζευτήκαμε στο ίδιο νήμα, κοριούς θα βγάλουμε αυγουστιάτικα :-D

καλοπροαίρετος είπε...

Και δεν μού λέτε, Μιχαήλ, πιστεύετε ότι το θέατρο ανήκει στον ηθοποιό;

@ Ανώνυμος (αυτός με τη Βερτμύλλερ και τη συναστρία) :

Για το σινεμά έγραψα την άποψή μου. Ας την επαναλάβω με περισσότερα παραδείγματα.

Ξεκινώντας από το αμερικάνικο σινεμά, το «Όσα παίρνει ο άνεμος» δεν είναι ούτε της Βίβιαν Λη και του Κλαρκ Γκέημπλ, ούτε του σκηνοθέτη – ποιου απ΄ όλους; αναφέρεται ο Βίκτορ Φλέμινγκ, όμως αρκετές σεκάνς σκηνοθέτησαν ο Τζωρτζ Κιούκορ και ο Σαμ Γουντ –, αλλά του Σέλτσνικ, όπως και η «Κλεοπάτρα» ήταν περισσότερο του Σπύρου Σκούρα και λιγότερο των Μάνκιεβιτς, Ταίηλορ και Μπάρτον. Σε μικρότερη κλίμακα και κατά κανόνα, κάτι τέτοιο συμβαίνει και σήμερα στις ΗΠΑ : ο παραγωγός, ο πληρώνων για να το πούμε χοντρά, έχει λόγο από τον τίτλο της ταινίας και το κάστινγκ μέχρι το σενάριο, την πλοκή και το φινάλε.

Συνεχίζοντας με την Ευρώπη και την περίπτωση των φιρμάτων ηθοποιών, ας μείνουμε στην Ελλάδα. Ασφαλώς ο Χρηστίδης αφέθηκε στον Βούλγαρη στον «Βενιζέλο» και η Βιδάλη στον Φώσκολο στο «17 σφαίρες για έναν άγγελο», όμως τι να διδάξει ο Σακελλάριος στον Αυλωνίτη και ο Κατσουρίδης στον Χατζηχρήστο, ή ακόμα και ο Δαλιανίδης στη Βλαχοπούλου; Μάλλον είχαν αφήσει την κάμερα να τραβάει και είχαν καθήσει κι αυτοί στο πλατώ μαζί με τους άλλους τεχνικούς και παρακολουθούσαν το ρεσιτάλ.

Όσο για το θέατρο, παρ΄ ότι δεν θεωρώ εαυτόν γνώστη όσο στο σινεμά για να διατυπώσω και να υποστηρίξω γνώμη, πολύ θα ήθελα να ακούσω, και περισσότερο να δω, την αντίδραση π.χ. του Παπαβασιλείου, του Μαρμαρινού και του Μαστοράκη (όχι του Νίκου, του Νίκου) στο ότι «το θέατρο ανήκει στον ηθοποιό».

Ωστε το θέατρο ανήκει στον ηθοποιό... Δηλαδή, πρέπει να αποθεώνουμε, ή να κυνηγάμε κατά περίπτωση, τον Λιγνάδη ή τη Γουλιώτη για τους «Βατραέξ» (όπως πυρέξ, λαστέξ, Τεξ Μεξ – ενδιαφέρον το Amigos στο Βίλλατζ του Ρέντη, καυτερό-καυτερό, ό,τι πρέπει για ομοιοπαθητικό αντίδοτο στον αυγουστιάτικο καύσωνα· ειδικά οι jalapeños και η pico de gallo, κόλαση, ποτάμι ο ιδρώτας, γουστάρω –, Γκρεκοτέξ – παλιά βιομηχανία κουρτινών· τη διαφήμιζε με ραδιοφωνικό τζινγκλάκι προ σαράντα ετών η Ρένα Ντορ : «Γκρεκοτέξ θα πει κουρτίνες / και κουρτίνες Γκρεκοτέξ, / πλένεις και δεν σιδερώνεις, / δεν κουράζεσαι ποτέΣ»);

Μια-δυο σκέψεις ακόμα :

Έχω την εντύπωση ότι αρκετοί σύγχρονοι θεατρικοί σκηνοθέτες είναι πιο σταρ από τους ηθοποιούς που σκηνοθετούν, ίσως μάλιστα μερικοί πάσχουν από το «σύνδρομο Μπάγιεβιτς» (δεν θέλω ποδοσφαιριστές-φίρμες στην ομάδα, και αν έχω τους κάνω τη ζωή δύσκολη ή τους αναθέτω αταίριαστους ρόλους ώστε να εκτεθούν, για να προβάλλομαι εγώ). Για παράδειγμα, βλέπω περισσότερες συνεντεύξεις και φωτογραφίες του Μαρμαρινού παρά της Καραμπέτη, κάτι που αμφιβάλλω ότι συνέβαινε στο παρελθόν. Πόσες φωτογραφίες και συνεντεύξεις τους να είχαν δει στον τύπο της εποχής οι Κουν, Ροντήρης, Βολανάκης, Σολομός; Και μιλάμε για σκηνοθέτες, όχι για... θου Κύριε.

Επίσης, συχνότερα απ΄ όσο παλιά, σκηνοθέτης και πρωταγωνιστής συμπίπτουν. Μόνο τον Μινωτή θυμάμαι από τους παλιούς με τη διπλή αυτή ιδιότητα, ενώ σήμερα δηλώνουν σκηνοθέτες από τον Φιλιππίδη και τον Μπέζο ως τον Αθερίδη και τον Καφετζόπουλο. Δεν έχω κάτι με τους ανθρώπους και οι παραστάσεις τους μπορεί να είναι αξιοπρεπείς και με όραμα, όμως άλλο οι Τουπαμάρος και άλλο... τέλος πάντων.

Οπότε γεννάται και άλλο ερώτημα-σόφισμα : Τι γίνεται στην, συχνή πλέον, ταύτιση σκηνοθέτη και ηθοποιού, να αποθεώνουμε, ή να κυνηγάμε κατά περίπτωση, τη Βαγενά-σκηνοθέτιδα ή τη Βαγενά-ηθοποιό για «Το γάλα»; Ή πάλι, το κείμενο του Κατσικονούρη είναι τόσο δυνατό, που κι εμένα να βάλεις να το παιξοσκηνοθετήσω, πάλι καλή παράσταση θα βγει;

Άλλη σκέψη : Υποθέτω ότι, όπως αρκετοί ηθοποιοί έχουν το κοινό τους, που τους ακολουθεί σε οτιδήποτε παίξουν, έτσι συμβαίνει και με μερικούς σκηνοθέτες. Ασφαλώς θα υπάρχει κόσμος που λέει «Πάω να δω τον Παπαβασιλείου», αδιαφορώντας αν το έργο είναι «Η τρικυμία» του Σαίξπηρ ή «Τ΄ αρραβωνιάσματα» του Μπόγρη και ανεξάρτητα του αν πρωταγωνιστεί ο Ζεράρ Ντεπαρντιέ ή ο Σπύρος Μπιμπίλας.

Και καλά να σε διευθύνει ο Φασουλής, ο Βογιατζής ή ο Καταλειφός, που έχουν και κάποιο ήθος και σεμνότητα και άπειρα χιλιόμετρα στον χώρο. Κάτι άλλοι όμως; Ήμαρτον...

Ça suffit, παναπεί αρκετά. Ας κλείσω με κάτι πρακτικό :

Μια κινηματογραφική ταινία και μια θεατρική παράσταση, για να μην επεκταθούμε και σε άλλες μορφές τέχνης, ή μάς αρέσει ή όχι· ή μάς «μιλάει» ή όχι. Θεατές είμαστε, κατά κανόνα χωρίς ιδιαίτερη παιδεία, και από τη σκοπιά του θεατή πρέπει να κρίνουμε. Από κει και πέρα, το ποιος ήταν το αφεντικό και ποιος ο δούλος κατά τα γυρίσματα ή τις πρόβες, και αν ο Κιμούλης προσέλαβε την Λέχου και για άλλους, πλην του υποκριτικού της ταλέντου, λόγους, μικρότερη σημασία έχει, και πάντως ελάχιστα περισσότερη από το πώς προσομοιώθηκε το φυσικό φως στον «Σιωπηλό μάρτυρα» του Χίτσκοκ (με χίλιους λαμπτήρες φθορισμού, χίλιους λέω), το πόσα κιλά σε πόσο διάστημα πήρε ο Ντε Νίρο για να υποδυθεί τον Τζέικ Λα Μόττα στο «Οργισμένο είδωλο» (εικοσιένα σε οχτώ μήνες), αν το αίμα χοίρου στη Σίσσυ Σπέισεκ στην «Κάρρι» του Ντε Πάλμα ήταν αληθινό ή όχι (σιγά μη ήταν αληθινό : σιρόπι καλαμποκιού και χρωστικές τροφίμων ήταν· το κρυφό είναι ότι η ηθοποιός δεν είχε αντίρρηση να της ρίξουν αληθινό αίμα· spooky, που θα έλεγε και η viruswitch – αλήθεια, τι να γίνεται η ευγενική αυτή ψυχή;) ή το αν τα χαστούκια που σβούριζε ο Παπαγιαννόπουλος στην Καρέζη στο «Μια τρελλή τρελλή οικογένεια» του Ντίνου Δημόπουλου ήταν αληθινά ή ψεύτικα (πιο αληθινά από το χαστούκι της Αθήνη στη Λιάνη ήταν), και είναι κατάλληλα μάλλον μόνο για επίδειξη τρίβια γνώσεων σε παρέες (κάτι σαν αυτό που κάνω εγώ τώρα, LOL). Αξίζει το έργο, ναι ή ου; Τόσο απλά...

(Πάντως, κι εγώ αν ήμουνα Κιμούλης, την Κατερίνα θα την προσλάμβανα αβλεπεί...)

καλοπροαίρετος είπε...
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.
καλοπροαίρετος είπε...

Τά-σος Πάν-τος οέ-οέ-οέ, και αντάρτες της πλάκας με τα λεφτά του μπαμπά

@ Ελισσαίος :

Δεν διαφωνούμε, και ειδικά τη στενότητα μέσων την ανέφερα κι εγώ όταν υπερασπιζόμουν τον Τζαβέλλα και τον Αλεξανδράκη. Πιθανολογώ μάλιστα ότι οι κινηματογραφιστές στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού που δεν είχαν το επίσημο κρατικό χρίσμα θα είχαν ακόμα μεγαλύτερη στενότητα. Βέβαια, αν έχεις ταλέντο και ιδέες, λίγα πράγματα μπορούν να σε σταματήσουν – ίσως τίποτα εκτός από την ασφυκτική κρατική λογοκρισία και τους μηχανισμούς καταστολής (νάτη, νάτη πετιέται και η αναρχοαυτόνομη πτυχή μου). Απλώς να προσθέσω ότι έχω την άποψη ότι, όσο δύσκολο είναι για μένα, μέσα στο ίδιο πρωινό (όπως λέει και ο Κουμανταρέας, «η μέρα για τα γραπτά κι η νύχτα για το σώμα») και όχι πάντα με άνεση χρόνου και συνθηκών, να ελέγχω τα δικαιολογητικά νομιμοποίησης μιας εταιρίας, να αναδιατυπώνω επί το σαφέστερον υφιστάμενες διατάξεις και να προσθέτω νέες στο καταστατικό άλλης εταιρίας, με διαφορετικό φυσικά αντικείμενο δραστηριοποίησης, να επαληθεύω τους δείκτες δανειακής επιβάρυνσης τρίτης εταιρίας (γιατί, όπως είπε και ο Άαρον Λεβενστάιν, «Η στατιστική είναι σαν το μπικίνι : αυτό που αποκαλύπτει είναι υπαινικτικό – πώς αλλιώς να αποδώσω το suggestive; –, αλλά αυτό που συγκαλύπτει είναι ζωτικής σημασίας»), όλα αυτά διαδοχικά ή και ταυτόχρονα, και στις χαραμάδες να σορτάρω στο χρηματιστήριο και να αυτοσχεδιάζω ευρηματικές φιλοφρονήσεις στο θήλυ προσωπικό του γραφείου, χωρίς να πιστεύω ότι κάνω κάτι ξεχωριστό (εγώ είμαι ξεχωριστός, άρα αυτόχρημα ό,τι λέω και κάνω δεν μπορεί παρά να είναι ξεχωριστό – δεν το απέφυγα, αυτοπαινεύτηκα πάλι), άλλο τόσο δύσκολο είναι για τον π.χ. Σπύρο Παπαδόπουλο να «μπει στο πετσί», όπως λέει το στερεότυπο, του Νιόνιου Νιονάκη στο «Το φιόρο του λεβάντε». Για τον Παπαδόπουλο μιλάμε, διάβολε, και με έργο του Ξενόπουλου σε σκηνοθεσία του Τσιάνου, όχι για τον Μάρκο Λεζέ, σε κείμενα και σκηνοθεσία του ίδιου. Με μια κουβέντα, καθείς εφ’ ω ετάχθη ή, όπως λένε γλαφυρά οι ισπανοί, Cada mochuelo a su olivo (κάθε κουκουβάγια στο λιόδεντρό της – βασικά, δεν σημαίνει το ίδιο με το ελληνικό, δηλαδή κάτι σαν «ο καθένας στο μετερίζι του», αλλά κάτι σαν «κάθε κατεργάρης στον πάγκο του» ή σαν το λατινικό «τέλειωσε η μουσική, πέρασε η γιορτή»· ωστόσο, ποιος ξέρει εδώ μέσα τόσο προχωρημένα ισπανικά, αλλά και ελληνικά, ώστε να με ελέγξει, LOL). Ξέρω ότι έτσι υπεραπλουστεύω τα πράγματα και κατεβάζω τον καλλιτέχνη στο επίπεδο του γραφειοκράτη (ή μήπως το αντίθετο;), όμως υπάρχει και αυτή η όψη. Από τη στιγμή που ο ηθοποιός αποζεί αποκλειστικά από την τέχνη του, εξ ου και «επαγγελματίας ηθοποιός», αναγκαστικά και παραχωρήσεις στον εργοδότη θα κάνει, και θα συγκριθεί σε ορισμένα χαρακτηριστικά και με τον γραφειοκράτη και με τον εργάτη, άσχετα αν κολακεύεται να αποκαλείται λειτουργός της τέχνης, παναπεί μύστης, σαμάνος, σούφι και βάλε. (Νεφελώδεις λέξεις ο λειτουργός και το λειτούργημα : καλά λειτούργημα ο δικαστικός, όμως και ο δημοσιογράφος; ο πολιτικός πάλι, σε καμία περίπτωση.)

Ηρωική και συμπαθέστατη μορφή ο Παντούρος, και ας μην είναι ακριβώς αυτό που λέμε βιρτουόζος. Αξέχαστη η στιγμή πέρσι τον Δεκέμβριο στο Ολυμπιακός – Λεβαδειακός, που στα τελευταία λεπτά (το σκορ ήταν ήδη 4-0, και εκεί έμεινε) ανέλαβε, μετά από απαίτηση του κόσμου που φώναζε ρυθμικά το όνομά του, να χτυπήσει πέναλτυ, το απέκρουσε ο εξ ανάγκης τερματοφύλακας Ανδράλας (ο «κανονικός» τερματοφύλακας Καρακώστας είχε αποβληθεί στη φάση της ανατροπής), και ο κόσμος επευφημούσε τον Πάντο ακόμα δυνατότερα! Σκηνή από άλλες εποχές, πολλές δεκαετίες πίσω...

Λεπτομέρειες : Ο Τάσος και ο Πάρις είναι φίλοι από τότε που υπήρξαν συμπαίκτες στην Προοδευτική, ο δε Ανδράλας είχε περάσει νέος και από τερματζής.

Πρωτοπορία, ε; Ας έλειπε η πλουσιοπάροχη κρατική επιχορήγηση σε δικαίους και αδίκους, εσχάτως και η ιδιωτική χορηγία (γούστο έχει : στο σανίδι παίζουμε ανατρεπτικό – αντιεξουσιαστικό έργο, και στο φουαγιέ έχουμε γιγαντοδιαφημίσεις του χορηγού από τοίχο σε τοίχο, σαν τα χαλιά της Μοιραράκη· σαν να λέμε, οργανώνουμε πορεία ενάντια στα μονοπώλια, και μας πληρώνουν τα έξοδα για τα πανώ και τις μπογιές τα ίδια τα μονοπώλια, αν δεν μας παρέχουν και τον PR specialist και τον animator τους· δεν το βρίσκω μεμπτό ή αντιφατικό, απλώς συμβαίνει, προς αμοιβαίον όφελος προφανώς) και θα βλέπαμε πόσο εύκολα θα έβγαζε στα φόρα ο κάθε πυροβολημένος τα αρρωστημένα του εσώψυχα· αλλά έτσι είναι, έλειψε ο Κούρκουλος από το Εθνικό και ήρθαν οι χουβαρδάδες. Όπως λέει και στο «Υπάρχει λόγος σοβαρός» ο Πορτοκάλογλου, «αντάρτες της πλάκας με τα λεφτά του μπαμπά»…

Ναι, ξέρω, άλλη λέξη χρησιμοποιεί ο Πορτό αντί για "πλάκας"...

Ανώνυμος είπε...

Για τη δικτατορία του σκηνοθέτη στο θέατρο που ψιλοχοντροβιώνουμε στην εποχή μας μου 'ρχεται στο μυαλό αυτό το τραγουδάκι (εκδίκηση των μουσικών):

"Κι όλα τα σκυλιά της νύχτας (δις)
που πουλάνε μούρη και τουπέ-έ
θα γαυγίζουν μόνα τους στην πί-ί-στα
δίχως μπουζουξήδες και σουξέ-έ-έ
θα γαυγίζουν μόνα τους στην πί-ί-στα
και θα κάνει ο κόσμος χαβαλέέέέ"

Ανώνυμος είπε...

Προς τον καταιγιστικό καλοπροαίρετο

Άντε αφού πήγε η κουβέντα να κανουμε ακομα ενα κυκλο. Ειδικός δεν είμαι ένας παλιός κινηματογραφόφιλος είμαι που σπάνια πια πηγαίνει σινεμα.

Να θυμηθούμε ότι στο Χόλυγουντ κάτω από τη δικτατορία του παραγωγού πολλοί σκηνοθέτες κατάφεραν να επιβάλλουν την ευαισθησία τους .Όπως ο Νικολας Ραιη , ο Φριτς Λανγκ ,ο Τζων Φορντ , ο Χαουαρντ Χωκς ,ο Τζων Χιουστον , ο Αλφρεντ Χιτσκοκ. Ο Χιτς περασε και από παραγωγος και καταφερε να κανει τις καλυτερες του ταινιες όταν επεβαλε την Ιγκριτ Μπεργκμαν σε πεισμα των μεγαλων στουντιο.Ο Ορσον Γουελες.

Να θυμηθούμε τις εθνικές κινηματογραφίες την γαλλική με τον Ρενουαρ και αργότερα με το νέο κυμα τον Γκονταρ τον Τρυφω τον Ρεναι και τον Ζαν Ρους και τον Μπρεσσον. Τη Δανική με τον Καρλ Ντραγιερ. Τον ιταλικό νεορεαλισμό με τον ντε Σικα ,τον Ροσελλινι τον Βισκοντι. Και αργότερα τον Αντονιόνι τον Φελλινι τον Παζολινι.

Το Γερμανικό κινηματογράφο με τον Βεντερς και τον Σλεντορφ. Τον πολωνικό κινηματογράφο με τον Βαιντα τον Κοντσαλοφκι.. Τον Οζου.

Από τον Ελληνικό κινηματογράφο τον Κακογιάννη με τη Λαμπέτη , και τον Κούνδουρο με τον Ηλιοπουλο στον Δράκο. Τον Τορνε ,τον Δαμιανο με την Ευδοκια τον Τσωλη , το Βουλγαρη ,τον Αγγελοπουλο.
Τους ανθρώπους που είχαν εμμονές και κάνανε ουσιαστικά την ίδια ταινία συνέχεια.

Όποιους ονόμαζαν παλαιότερα δημιουργούς..

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ είπε...

@Καλποπροεστός (ή κάπως έτσι...)

Εγώ βρε σε κάλεσα για πινγκ πόνγκ; Εδώ δεν προλαβαίνω να κλάψω, και θα σε καλούσα για αθλήματα που μου θυμίζουν το πόσο αποτυχημένος(με κέρδιζε διαρκώς ο αδερφός μου) αθλητής υπήρξα (με εξαίρεση το μπριτζ); Απλά είδα φως και μπήκα.

Με προσβάλεις αν με ρωτάς για το Χλέμπουρα, αν και η πατερναλιστική στάση του απέναντι στο προλετάριο ζωντανό, η συμπάθειά μου (για υγειονομικούς λόγους) στην ασώματο κεφαλή (και το τραπεζάκι με τις ρόδες που μου θύμιζε το αντίστοιχο που είχε η γιαγιά μου το ραδιοφωνάκι από την χρυσή εποχή της Ντόιτσε Βέλλε -εννοείται με πετσετάκι) καθώς και η θυληκότητα που μπορεί να υποκρύπτει ένα γυναικείο μούσι, θα μπορούσαν να με κάνουν να τον έχω λησμονήσει.

Για το πως θα χορεύω σε δέκα χρονάκια δεν έχεις παρά να κάνεις υπομονή. Έπεσες στην περίπτωση.Ένα σου λέω μόνο : οι κινέζοι θα μαυρίσουν από το κακό τους και οι μαύροι θα γίνουν πιτσαδόροι. Α! και χωρίς Μοντιοντάλ.

Καλά κάνεις (ένας αείμνηστος Μεγανησιώτης έλεγε κάποτε "καλά κάνω και δεν κάνω καλά") και διευκρινίζεις τα της πίπας. Κάποιος πρέπει να το κάνει κάποτε κι αυτό. Εννοώ, για μένα τον άμουσο (σχήμ(α)λόγου), που αναγνωρίζω από τα εξωτικά έγχορδα μόνο το σιτάρ, το κριθάρ και τη βρωμ.

ΥΓ.Βέβαια, για την πάλαι ποτέ πρόσκληση που απευθύναμε στην ευγένειά σας δεν πήραμε ακόμα απάντηση...Απαντήστε τουλάχιστον στο κουίζ του δικού μου ιστοτόπου (κατά το βοσκοτόπου) και θα αμοιφθείτε πλουσιοπάροχα.

καλοπροαίρετος είπε...

Βρε τον Μεϊμαράκη τον ιμπρεσσάριό μου...

@ Pete Dare :

Τι, δεν επικοινώνησε ακόμα ο ιμπρεσσάριός μου με τον ιδιαίτερό σου για τις τυπικές λεπτομέρειες (κασέ μου –για σένα, κοψοχρονιά : ούτε τα μισά απ΄ όσα παίρνουν οι συνάδελφοι Κλίντον και Μπλαιρ· μπορεί να ακούγονται πολλά, όμως μην ανησυχείς, θα βγάλεις τα πολλαπλάσια από χορηγίες– και τρόπος διακανονισμού του –απολύτως μετρητοίς, σε μικρά χαρτονομίσματα–, διάταξη αυθόρμητης πάνδημης υποδοχής στο αεροδρόμιο –μπροστά οι μαθήτριες με τοπικές στολές, οι πιο πίσω κατά φθίνουσα σειρά Ελο–, ρεπερτόριο και ενδυματολογία ορχήστρας χάλκινων πνευστών στην επίσημη προσφώνησή μου –θέλω οπωσδήποτε το «Των εχθρών τα φουσάτα περάσαν» και το «Die Fahne hoch», με ανεβάζουν– κ.τ.τ.); Βρε τον Μεϊμαράκη... συγγνώμη για τη γλώσσα μου, αλλά έγινα έξω φτερνών. Κάτι είχα ψυλλιαστεί όταν τον ρώτησα προχτές πότε τελειώνει μ΄ εκείνο το χρονοδιάγραμμα της θερινής μου περιοδείας ανά την επικράτεια και τις φίλες γειτονικές χώρες και μου απάντησε περισπούδαστα, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι από το επικλινές σχεδιαστήριο και ν΄ αφήσει από τα χέρια του το στένσιλ και τον ραπιδογράφο, «σγρμπφ», κι εγώ έφυγα ακροποδητί, παρά λίγο γυμνοπελματί, για να μην τον ενοχλήσω. Αλλά δεν φταίει αυτός, εγώ φταίω, που ήθελα να προσλάβω τεχνοκράτη. Μια χαρά τα κατάφερνα μόνος μου με το σαλιωμένο απολειφάδι μολυβιού και το μπλοκάκι στην κωλότσεπη, οι μπρούκληδες professional schedulers με μάραναν...

Ωραίο το ρέμπους στον ιστότοπό σου για την αναγγελία του σιμουλτανέ, και επιτυχημένη επιλογή η φωτογραφία όπου οι επιβλητικού παραστήματος σεκουριτατζούδες (σωστά διακρίνω ότι η εγγύτερη στο φακό έχει navel piercing;) επιτηρούν ως κέρβεροι τα μικρά κινεζάκια να μην αγγίξουν τα σκακιστικά κομμάτια. Αυτό θα πει οργανωμένη κοινωνία. Αν δεν τους το κόψεις από μικρά, μπορεί να σού προκύψουν τίποτα Ζου Τσεν και Ξίε Ζουν μετά, και άντε να τα ξαναφέρεις στον ίσιο δρόμο. Αυτά να τα βλέπουν οι δικοί μας, που θέλουν να βάλουν το σκάκι στα σχολεία, οι τριβολεκτράπελοι :-)

καλοπροαίρετος είπε...

Και άλλοι κινηματογραφικοί δημιουργοί

@ Ανώνυμος (αυτός με τον Χωκς, τον Ντράγιερ και τον Τσιώλη) :

Να προσθέσω κι εγώ μερικούς ακόμα κινηματογραφικούς δημιουργούς και μία ή δυο αντιπροσωπευτικές, όχι αναγκαστικά τις καλύτερες ή τις πιο προβεβλημένες, δημιουργίες τους :

Γαλλία :
Ζακ Τατί : Οι διακοπές του κ. Υλώ (1953)
Ερίκ Ρομέρ : Μια νύχτα με τη Μωντ (1969), Η γάμπα της Κλαίρης (1970)
Ζαν-Ζακ Μπενέξ : Ντίβα (1981), Το φεγγάρι στον υπόνομο (1983)
Λυκ Μπεσσόν : Μια νύχτα στον υπόγειο (1985)

Γερμανία :
Φόλκερ Σλέντορφ : Το ταμπούρλο (1979)

Ισπανία :
Πέδρο Αλμοδόβαρ : Ματαδόρ (1986), Γυναίκες στα πρόθυρα νευρικής κρίσης (1988)

Ιταλία :
Μπερνάρντο Μπερτολούτσι : Το φεγγάρι (1979)

Πολωνία :
Αντρέι Ζουλάφσκι : Το τρίτο μέρος της νύχτας (1972)
Κριστόφ Ζανούσι : Σπιράλ (1988)

Ρωσία :
Σεργκέι Αϊζενστάιν : Θωρηκτό Ποτέμκιν (1925)
Αντρέι Ταρκόφσκι : Αντρέι Ρουμπλιόφ (1969), Σολάρις (1972)

Αρμενία :
Σεργκέι Παρατζάνοφ : Το χρώμα του ροδιού (1969), Ο θρύλος του κάστρου Σουράμ (1984)

Αργεντινή :
Φερνάντο Σολάνας : Η εξορία του Γαρδέλ (1985), Ο νότος (1988)

Ιαπωνία :
Κον Ιτσικάουα : Η άρπα της Βιρμανίας (1956)
Σοχέι Ιμαμούρα : Η μπαλλάντα του Ναραγιάμα (1983)

Ινδία :
Σατγιαζίτ Ρέι : Ο κόσμος του Άπου (1959)

Και, για να μην ξεχνιόμαστε,

Ελλάδα :
Τάκης Κανελλόπουλος : Ουρανός (1962), Εκδρομή (1966), Παρένθεση (1968)
Νίκος Παναγιωτόπουλος : Τα χρώματα της ίριδος (1975), Οι τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας (1978)
Κώστας Φέρρης : Δυο φεγγάρια τον Αύγουστο (1978)
Νίκος Νικολαΐδης : Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα (1979), Γλυκιά συμμορία (1983)
Γιώργος Πανουσόπουλος : Το ταξίδι του μέλιτος (1979), Οι απέναντι (1981)
Νίκος Βεργίτσης : Ρεβάνς (1983)
Γιώργος Τσεμπερόπουλος : Ξαφνικός έρωτας (1984)

Κι άλλοι, κι άλλοι, κι άλλοι... Κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα... Και δεν ασχολήθηκα καν με τον αγγλόφωνο κινηματογράφο.

Unknown είπε...

I did not know maddona likes to play chess, even not the level she reaches when plays it. this is a great and warm surpeise to me.!!

greetings. nice blog , one of my favorites.

arturo

MEXICO 2008, AUGUST 5

καλοπροαίρετος είπε...

Μια άποψη της Μάνιας Παπαδημητρίου

Μια και αυτό το θέμα από Μαντόννα ξεκίνησε και σε σινεθεατρικό εξελίχθηκε, ας παραθέσω εδώ μια άποψη της Μάνιας Παπαδημητρίου, από τη συνέντευξη στη Ναταλί Χατζηαντωνίου που δημοσιεύεται στο ένθετο «ΠοντίκιArt», σ. 10, του σημερινού φύλλου τής, 29χρονης πλέον, εβδομαδιαίας εφημερίδας «Το Ποντίκι».

«Σ’ αυτή τη χώρα το καλύτερο βρίσκεται πάντα δίπλα στο χειρότερο, δεμένα χέρι χέρι. Δύο αρρώστιες κατατρώνε το είναι μας, αλληλοεπηρεάζοντας η μια την άλλη. Η μια λέγεται επαρχιωτισμός και πατριδολαγνεία και η άλλη ξενομανία και μιμητισμός. Πριν από τρία χρόνια κυβερνούσε την Τέχνη το πρώτο. Τώρα ήρθε το δεύτερο. Είναι σαν απέναντι στην προηγούμενη κατάσταση που εξιδανίκευε οτιδήποτε ελληνικό να υπάρχει τώρα ένας ρεβανσισμός που απαξιώνει οτιδήποτε ελληνικό, εξαντλώντας το σε φθηνότερες παραγωγές και μικρότερο χρόνο προβών, με δεδομένο εκ των προτέρων ότι το αποτέλεσμα δεν θα είναι τόσο καλό όσο το ξένο.»

Και παρακάτω :

«Εάν μιλήσω πολιτικά, θα πω ότι συμβαίνει επειδή ήταν κάποιοι στα πράγματα και τώρα ήρθε η ώρα να αποζημιωθούν κάποιοι άλλοι. Αν μιλήσω καλλιτεχνικά, θα πω ότι συμβαίνει επειδή αδικήθηκαν κάποιοι και τώρα πρέπει να αδικηθούν κάποιοι άλλοι.»

Καλά το ξεκίνησε· ειδικά οι τρεις πρώτες προτάσεις θα μπορούσαν να είναι θέμα έκθεσης ιδεών στις εισαγωγικές. Όμως, όσο το προχωράει, τόσο πιο καθαρά διαφαίνεται ότι το θέμα είναι τα μπικικίνια· αν είμαστε μέσα στη μαρμίτα, μόκολα – το λένε και οι καλοί τρόποι : δεν μιλάμε μπουκωμένοι –, αν όχι, τσινάμε. Ή είναι μόνο ιδέα μου;

(Δεν φαίνεται καθόλου ότι είμαι κατηγορηματικά αντίθετος στον κρατικώς επιχορηγούμενο πολιτισμό, έτσι; :-D)

Ανώνυμος είπε...

Και μια και το κουβεντιάζαμε,

για όσους θα βρίσκονται την επόμενη βδομάδα στο κενόν άστη να πάει, μια πρόταση για να βγάλουν συμπεράσματα μόνοι τους ή να θυμηθούν τα παλιά. (Ιτ γουόζ τουέντυ γίαρς εγκόου του ντέι βρε γαϊδαράκο).

Η ΚΥΡΙΑ ΚΑΙ Ο ΝΑΥΤΗΣ
Κωμωδία 1974 (Έγχρ.) Διάρκεια: 125'

Λ. ΠΑΤΗΣΙΩΝ
ΣΤΕΛΛΑ (ΔΗΜ. ΚΙΝ/ΦΟΣ)
Τενέδου 34, Κυψέλη, 210-8657200.
Τετ.(13/8): 21.00/ 23.15

Σε καινούριες κόπιες

Πάω να βρω τα Κύθηρα
κι ας λένε ότι ποτέ δεν θα τα βρούμε

Ή όπως λέει κι ο Τζιμάκος:
"Τα κύθηρα να παν να γαμ"
ηθούνε
Και άλλοι να παν να κοιμ

ΥβρεόΓραφο.
Το χρήμα πολύ εμίσησαν, το χρήμα που πήραν οι ίδιοι ουδείς.
η κρατική μέριμνα (της πολιτείας για να είμαι ακριβής) για θέματα όπως η εκπαίδευση, η υγεία, η τέχνη, ο αθλητισμός είναι επιβεβλημένη. Για μια ακόμη φορά όμως, στην χώρα που μας κάνει όλους περήφανους, και στον τομέα των πολιτιστικών δίνονται χρήματα χωρίς ιδιαίτερη σκέψη και χωρίς μακρόπνοες (μάλλον άπνοες) στρατηγικές. Δηλαδή καταξιωμένοι σκηνοθέτες-θιασάρχες-θεατρικοί οργανισμοί που έχουν κοινό και τα ταμεία τους γεμίζουν, καρπώνονται και τα χρήματα της επιχορήγησης. Θα περίμενε κανείς ότι τουλάχιστον τα εισιτήρια θα μειωνόντουσαν αλλά ούτε αυτό γίνεται. Επίσης άπαξ και πάρει επιχορήγηση κάποιος λες και μονιμοποιείται. Λογικό, γιατί η δικιά του συνέντευξη έχει αντίκτυπο στον κόσμο. Θα πούμε κοίτα, δεν δίνουνε λεφτά στον τάδε. Ο άγνωστος, νεαρός συνήθως, θίασος που εντίμως και επιμόνως προσπαθεί είτε δώσει συνέντευξη είτε δεν δώσει το ίδιο κάνει. Μέχρι βέβαια και αυτός να πάψει να είναι άγνωστος οπότε, όπως καλοπροαίρετα αναφέρθη, θα αρχίσει να κάνει κουάκ-κουάκ.

Ανώνυμος είπε...

ΩΧΩΧΩΧΩΧΩΧΩΧΩΧ

ΑΜΑΝ

ΤΟ ΠΟΣΤ ΜΟΥ ΑΝΑΡΤΗΘΗΚΕ οκτώ αυγούστου του οκτώ ή σε αριθμούς 8-8-8!!!!

Μήπως είμαι σατανιστής υπέρβαρος κατά τριαντατρία κόμμα τρία τρία τρία περίοδος αναίμκτη;

Ή μήπως είμαι σατανιστής προσαυξημένος με ημισατανικό Φ.Π.Α. 33,3%; Τί ετοιμάζει ο Αλογοσκούφης τώρα που αδειάσαν τα ταμεία;

Μπρρρρρρρρρρρρ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ είπε...

Ελισσαίε χαλάρωσε. Σ' αυτό το ιστολόγιο δεν κυκλοφορούν σατανιστές. Μόνο χοντροί σαν οχτάρια (συνήθως στελέχη επιχειρήσεων ή της ομοσπονδίας), μεθυσμένοι που κάνουν οχτάρια (από τη δόξα της τελευταίας τους σκακιστικής νίκης) και δεκαοχτούρες (που λαλάνε πένθιμα τον ιδιωτικό τους υμεναίο, ήτοι χέσε ψηλά κι αγνάντευε, γιατί ένα τέτοιο αγνάντεμα έχει την πλάκα του, όπως και να το κάνουμε).

Ανώνυμος είπε...

@Παναγιώτης Κονιδάρης

Έχεις δίκιο, πρέπει να χαλαρώσω. Διαβάζω παλιά τεύχη του "Σκάκι για Όσους" και έχω αναστατωθεί.
Οι διακοπές θα με ωφελήσουν. Γεννάει και η φίλη μου η Ρόζμαρυ σε λίγες μέρες και δεν έχω σκεφτεί τί δώρο να πάρω στο παιδί. Κανα σταυρουδάκι σκέφτομαι.

Πρωθύστερα χρόνια πολλά και για τη γιορτή σου.

καλοπροαίρετος είπε...

Bottana industriale! Bacia la mano al padrone!

@ Ελισσαίος :

Άντε πάλι... Τι εμμονή κι αυτή με την κυρία και τον ναύτη· να ήταν εμμονή με τη Μαριάντζελα (που σ’ αυτή την ταινία είναι ποθητή σαν τις αμαρτίες μου), να το καταλάβω. Κάποια στιγμή, βέβαια, βλέπει κι αυτή το φως το αληθινό και του προσφέρει, τι του προσφέρει, τον εκλιπαρεί να... αλλά ας μην προδίδουμε ένα κομβικό σημείο της πλοκής, που έχει και συμβολικό χαρακτήρα : τι κάνει η εργατική τάξη στην πλουτοκρατία – και πώς :-)

Σωστός για την επιβεβλημένη κρατική μέριμνα για την εκπαίδευση, την υγεία, θα πρόσθετα και την κοινωνική πρόνοια. Όμως, τη στιγμή που αυτά έχουν τις ελλείψεις που όλοι βιώνουμε καθημερινά, η κρατική χρηματοδότηση, στα μεγέθη και με τον τρόπο που γίνεται σήμερα, στην τέχνη και στον αθλητισμό, για την ακρίβεια τον πρωταθλητισμό, είναι από πολυτέλεια έως σπατάλη. «Τι του λείπει του ψωριάρη; Φούντα με μαργαριτάρι». Θα μού πεις, ας κόψουν από τους εξοπλισμούς ή ας περιορίσουν τη φοροδιαφυγή, να δεις για πότε βρίσκουν και για την υγεία και για την παιδεία και για το ΔΗΠΕΘΕ Οθωνών (όλο και κάποια Ηρώ Μουκίου θα βρεθεί για καλλιτεχνικός διευθυντής) και για την ομοσπονδία τσουβαλοδρομιών και αναρρίχησης επί κάλω. Και θα σού πω, το άλλο το τελευταίο, με τους τρεις έλληνες, τους τρεις τούρκους και το τραίνο, το ξέρεις; Πάντως, χωρίς χουβαρδολιγναδιές και πολλαπλάσιους θιάσους απ΄ όσους η Σόφια ή η Μόσχα (που ως γνωστόν δεν έχουν θεατρική παράδοση, σε αντίθεση με την Ελλάδα, που έχει), και χωρίς ολυμπιονίκη Αιμιλία (για τους φίλους Μίλλυ) Τσουλφά, με ισόβια αργομισθία ανθυπολοχαγού, χώρια τα κρατικά πριμ –συμπαθέστατο το κορίτσι, παράδειγμα φέρνω– μπορώ κάλλιστα να κάνω. Χωρίς, έστω και με τα τωρινά τρωτά τους, εκπαίδευση και υγεία, δεν μπορώ. Στο σπίτι μας, πρώτα φροντίζουμε να έχουμε τα στοιχειώδη έπιπλα και σκεύη (τα στοιχειώδη· ο ψυγειοκαταψύκτης 376 λίτρων με ενσωματωμένη τηλεόραση δεν είναι στοιχειώδες) και μετά αγοράζουμε χομ σίνεμα (για να βλέπουμε σινεμασκόπ και ντόλμπυ σαρράουντ τον «Πάτερ Γκομένιο» –Vina Asiki rocks! ποια Μαριάντζελα Μελάτο που έλεγα παραπάνω, δεν πιάνει χαρτωσιά μπροστά στη Βινάρα– και το «Ανώμαλη γιαγιά, άτακτη εγγονή» –πάλι το «Φωτεινές σκέψεις, σοφές κινήσεις» θυμήθηκα...–) για το σαλόνι και Λύτρα (Νικηφόρο Λύτρα, Παναγιώτη, όχι Μάρω) για το καθιστικό, εκτός αν μάς τα κάνουν δώρο – διάβαζε ιδιωτικές χορηγίες. Νομίζω.

Σχετικά με το σταυρουδάκι στο μωρό της Ρόζμαρυ, είχα διαβάσει προ καιρού το εξής βλάσφημο : δηλαδή, αν ο Χριστός είχε εκτελεστεί στην ηλεκτρική καρέκλα ή με θανατηφόρο ένεση, οι οπαδοί του θα κυκλοφορούσαν με χρυσά μικροομοιώματα καρεκλών και συρίγγων για μενταγιόν; :-)

καλοπροαίρετος είπε...

Τα οχτάρια και οι χοντροί στον τρισδιάστατο ευκλείδειο χώρο

@ Pete Dare :

Παραλείπω τον βαθύ συμβολισμό του οχτώ σε όλους ανεξαιρέτως τους πολιτισμούς, αλλά και θρησκείες, αστρολογίες και τα ρέστα, και περιορίζομαι να αναφέρω ότι, προβαλλόμενο στον χώρο, απεικονίζει έναν ατέρμονα βρόχο, γνωστότερο ως ταινία (ή λωρίδα) του Möbius.

Κλασσικό παράδειγμα ταινίας του Möbius ήταν οι κασέτες 8-track («κασέτες αυτοκινήτου», οι παλαιότεροι θα τις έχουν προλάβει), με το χαρακτηριστικό ότι απλώς τις έβαζες στην υποδοχή του κασετοφώνου, χωρίς να πατήσεις κάποιο πρόσθετο πλήκτρο, και έπαιζαν σε ατέρμονα βρόχο (να η σημειολογία του οχτώ), δηλαδή δεν άλλαζες πλευρά όπως στη συμβατική κασέτα, και πώς ν΄ αλλάξεις, αφού δεν υπήρχε πρώτη και δεύτερη πλευρά («αυτή είναι η δεύτερη πλευρά του δίσκου», που έλεγε και ο Χάρρυ Κλυνν) και, όταν τελείωνε η ταινία, άρχιζε μόνη της από την αρχή. Τυπική επιφάνεια με μία πλευρά.

Το ψηφίο οχτώ έχει την ιδιότητα ότι, αν το περιστρέψεις κατά μια ορθή γωνία, είτε κατά τον απηλιώτη, είτε κατά τον σκίρωνα (σιγά που θα χρησιμοποιούσα τα στερεότυπα δεξιόστροφα ή αριστερόστροφα, ή κατά, και αντίθετα με, τη φορά των δεικτών του ρολογιού, και σιγά που θα μού αρκούσε το ανατολικά και δυτικά ή έστω λεβάντε και μαΐστρο), προκύπτει το σύμβολο του απείρου· σημειολογία στη σημειολογία δηλαδή.

Προσθέτω στην κουβέντα περί οχταριών το έξοχο καρβελοβισσοτράγουδο «Μεθυσμένη μου καρδιά», αυτό που λέει στο ρεφραίν «πάλι στο δρόμο του οχτάρια ζωγραφίζω», τα σοκολατάκια μέντας After eight –που πράγματι, μετά τα οχτώ αρχίζεις και αισθάνεσαι κάποιο ερέθισμα στους γευστικούς σου κάλυκες, έτσι λεπτά σαν τσιγαρόχαρτα που είναι–, το ποτό-μίγμα οχτώ λαχανικών, στην ουσία τοματόζουμο και ρινίσματα από τα άλλα εφτά, V8, και το γνωστό ομάριθμο (κατά το ομώνυμο), με σκακιστικές νύξεις (όπως λέμε : «κρασί με στρογγυλό σώμα, πλούσιο μπουκέτο στο οποίο ξεχωρίζουν νότες κιτρολέμονου, με νύξεις καβουρδισμένου φουντουκιού και σανταλόξυλου») μυθιστόρημα της Νέβιλλ (δεν έχω διαβάσει τα άλλα δύο της, το «Το στοίχημα» και το «Μαγικός κύκλος»· αξίζουν άραγε;)

Χοντροί σαν οχτάρια, δηλαδή με μέση δαχτυλίδι, κάτι σαν μονόχωνο υπερβολοειδές; Περίεργος σωματότυπος, δεν τον έχω συναντήσει ποτέ... Και νόμιζα ότι όταν παίρνει κανείς βάρος, φέρνει σε ελλειψοειδές εκ περιστροφής, παναπεί σαν μπάλλα του ράγκμπυ, και όσο συνεχίζει να παίρνει βάρος, η ισημερινή διάμετρος τείνει να εξισωθεί με την πολική :-)

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ είπε...

@Κοιλοποναίρετος (είμεθα και λεξοπλάστες μεταξύ άλλων)

Πώς είναι αυτοί που ρουφάνε την κοιλιά τους ενώ, τω αυτώ χρόνω, προτάσουν το στήθος τους; Έτσι μπράβο! Το' πιασες! Χοντροί που λόγω αιδούς που δεν πρόλαβαν να εφαρμόσουν την δίαιτα της τελευταίας στιγμής, ή που βαριούνται να αγοράσουν μια φαρδύτερη ζώνη ή που εν τέλει εναυρύνονται για αδιευκρίνιστους λόγους. Υπάρχουν βέβαια και οι λεγόμενοι "φουσκωτοί", αλλά αυτοί είναι σαν οχτάρια για λόγους καθαρά φαρμακευτικούς και τους οποίους θα αποφύγω να θίξω μεσούσης της ολυμπιακής περιόδου.

Το "Μαγικός Κύκλος" με έκανε να βλαστημήσω περισσότερο κι από νταλικιέρη που μόλις έπεσε σε κυκλοφοριακή συμφόρηση και ενόσω εκκρεμούν τριανταδύο δόσεις δανείου για την αποπληρωμή του παλιού του "Σκάνια". Άμα όμως γουστάρεις διάβασέ το. θα έλεγα ότι ήταν το χειρότερο βιβλίο που διάβασα τις τελευταίες ΟΚΤΩ δεκαετίες, αλλά μόλις θυμήθηκα δύο τρία ακόμα χειρότερα (χωρίς να προσμετρώ το δικό μου), οπότε άστο να πάει.

Να προσθέσω εντελώς προχείρως στην φαινομενικά (γιατί όλο και κάποιο σχέδιο θα υποκρύπτει) ασύνδετη απαρίθμησή σου τους G8 (κακή τους ώρα), το οκταπόδιον (κατά προτίμηση με τον τρόπο που το έφτιαχνε η βάβω μου στη θράκα) καθώς και ένα οδυνηρό οχτάρι που είχα κάποτε πάρει στην Πατριδογνωσία (με τα μισά- μισά τετράδια ποτέ δεν τα πήγαινα καλά) και που μου στέρησε για τρεις μέρες την απόλαυση του "κομάν", της "φωτιάς" και της σύλληψης τζιτζικιών. Από τότε, εκείνα τα τζιτζίκια που δεν έπιασα, δεν έπαψαν να λιμάρουν με τα βιολιά τους το μυαλό μου. Οι μόνες στιγμές ανακούφισης είναι όταν γεμίζω πια όλες τις διαθέσιμες σελίδες, ακόμα και τις μισές-μισές. Σε μια αέναη διαδικασία, σαν Οκτώ που πλάγιασε και δεν ξύπνησε ποτέ πια.

καλοπροαίρετος είπε...

Κομάν σαβά κουζούμ;

@ Pete Dare (το καθιέρωσα πια· λόγω του ρω είναι πιο ρωμαλέο από το Pete Caine) :

Είδες με τα τζιτζίκια που δεν σύλληψες (του ρήματος συλλήπτω· όπως έλεγε και ο Χατζηχρήστος στο «Ο Ηλίας του 16ου» : «Α, μην τα θέλετε όλα δικά σας, εγώ να τον βρω, εγώ και να τον συλλήψω!»); Ενώ θα μπορούσες κάλλιστα να πας να τα χαμηλώσεις, που λέει και η, παραδόξως εμπνευσμένη, ραδιοφωνική διαφήμιση :-) Και τι βιολιά, andante ostinato...

Τι είναι αυτό το «κομάν», απαρέμφατο του ρήματος κομώ, που σημαίνει περιποιούμαι, εξ ου και διάφορα εις -κόμος (ανθο-, ιππο-, μελισσο-, τραπεζο- κλπ. -κόμος) και εις -κομείο (νοσο-, βρεφο-, πτωχο-, τρελλο- κλπ. -κομείο) ή, όπως τραγουδούσε η Εντίθ Πιαφ (γνωστή ως la môme - το κορίτσι· jolie môme λεγόταν και ένα τραγούδι της Ζυλιέτ Γκρεκό· σεβασμός), Je sais comment faire tomber en poussière / ce mur énorme d'énormes pierres (ξέρω πώς να κάνω να γκρεμιστεί σε σκόνη αυτός ο τεράστιος τοίχος από τεράστιες πέτρες· τι είπε το άτομο...);

Τα διάφορα G8 και Λέσχες Μπίλντερμπεργκ και Ιλλουμινάτοι και Χασισινάτοι δεν με θορυβούν όσο το G700 – και δεν αναφέρομαι στο κινητό τής Έρικσον (Σβεν Γκόραν, που θα έγραφε και ο Ελισσαίος)...

Ναι, ξέρω πώς γεμίζει κάποιος σελίδες, έχω δει και στην τηλεόραση ένα μέντιουμ, ντυμένο όπως ο Μίκυ Μάους βοηθός αλχημιστή στη «Φαντασία», και μετά λένε ότι τα ράσα δεν κάνουν τον παπά, να λέει ο άλλος τον πόνο του από το τηλέφωνο και αυτός, σε έκσταση (διόλου απίθανο, είχε κάτι στικς με μαστουρωτικά λιβάνια τριγύρω), να συλλαμβάνει –λέει – τους κραδασμούς από τα μηνύματα των πνευμάτων, να σχεδιάζει στο χαρτί κάτι ακατάληπτες νευρώδεις κοντυλιές, φιορδ να τα πω, λαβύρινθους να τα πω, με αυτόματη γραφή, τα οποία μετά, όταν επανερχόταν από την έκσταση, ως άλλος Σαμπολλιόν και χωρίς στήλη Ροζέττας, τα αποκρυπτογραφούσε στον περιδεή εύπιστο.

Με παρόμοια τεχνική με την αυτόματη γραφή του παραπάνω επιτήδειου (αλλά δεν φταίει αυτός· ένα κορόιδο πεθαίνει, δέκα γεννιούνται) μοιάζουν να είναι γραμμένα τα βιβλία των περισσότερων σύγχρονων συγγραφέων (present company excepted, παναπεί οι παρόντες εξαιρούνται), σε σημείο που σκέφτομαι ότι ένα άγραφο τετράδιο πατριδογνωσίας, γνωστό και ως μισό-μισό (όπως λεγόταν και η τηλεοπτική εκπομπή της τρίτης συζύγου του ΑΓΠ τη δεκαετία του ’80, με θέμα την ισότητα των δύο φύλων - όχι Πατριδογνωσία, Μισό-Μισό· Πατριδογνωσία λεγόταν εκπομπή του Ζουράρι), έχει περισσότερο αναγνωστικό ενδιαφέρον από τα γραπτά τους· αν μιλήσουμε πια και για μπλοκ καντριγιέ, αυτό, όχι απλώς άγραφο, και κλειστό στο σελοφάν του ακόμα, έχει συνθετότερη πλοκή...

Ανώνυμος είπε...

skakistiko dating service!mporei na leitourgisei?kataxorise me elo kai omospondia, kai gnorizeis skakistries apo olo ton planiti!episis mporeis na kaneis kai filous!simeio anaforas:to skaki.ti lete?

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ είπε...

@Καλοπροσάναμμα (Ινδονησιακή εκφορά παρακαλώ)

Το "κομάν" ήταν ένα βίαιο, αν και αναίμακτο, πολεμικό παιχνίδι, όπου με ξύλινα όπλα στόχευες στην ανακάλυψη του αντιπάλου και την αιχμαλώτισή του με τη συγκεκριμένη λέξη (εμφανής χωριάτικη παραφθορά του ουεστερνικού "come on", στην μεγανησιώτικη έρημο των ασπαλάθων).

Η "φωτιά" θα σου είναι γνωστή και ως αμπάριζα. Τα τζιτζίκια που τη σκαπουλάρησαν θα σου είναι γνωστά από τους ίδιους ενδημικούς λόγους (και οι οποίοι εξηγούν τις αναρτήσεις σου του τύπου "σεντόνια Χυτήρογλου").

Δεν έχω δοκιμάσει ακόμα το ευφυές κόλπο της αυτόματης γραφής, αφού δεν έχω προλάβει να ολοκληρώσω τη μεσμερική μου εκπαίδευση, ενώ η σχέση μου με τα παιγνιόχαρτα (ακόμα και αυτά που εικονίζουν το θάνατο και το γελωτοποιό, τις δύο όψεις του ίδιου κάλπικου νομίσματος δηλαδή) περιορίζεται σε κάποιες αναιμικές μπριτζιστικές εμφανίσεις κι αυτές με την καταστροφική παρέμβαση του Νίκου (αδερφός να σου πετύχει...) που με πιέζει διαρκώς να προχωρήσουμε στο ακριβές "Precision" ή έστω στο πολύ "Polish Club". Εντάξει, παίζω και "Θανάση" άμα βρίσκω χρόνο. Πόκα δε μ' αφήνουν να παίζω γιατί έχω την κακή συνήθεια να τους αναλύω διαρκώς τις πιθανότητες κι αυτό δείχνει να τους εκνευρίζει σε βαθμό επικίνδυνο για τη σωματική μου ακεραιότητα. Εν ολίγοις, δεν μπορώ να πιστέψω ότι τα χαρτιά προβλέπουν το μέλλον (τουλάχιστον όχι καλύτερα από το ημιστέρεο ίζημα του καφέ ή τα σπλάχνα δίχρονης λάγιας και ικτερικής προβατίνας).

Κάθε λογοτεχνική ακροβασία έχει κάτι από το σπόρο που έφτυσε κατόπιν επιμελούς μηρυκάσματος ο Στερν (όχι ο κομισσάριος, ο δανδής-συγγραφέας) και που ποτέ δε φύτρωσε. Ψέματα λέω. Φυτρώνει τις χειμωνιάτικες νύχτες που χιονίζει. Όχι έξω. Πάνω στις σελίδες, που γίνονται κατάλευκες. Τότε που ξυπνάει από το λήθαργο η φαντασία. Αυτή που μας κάνει για λίγο Μίκυ Ποντίκι, από σκέτο ποντίκι. Καλά κάνεις και υπερασπίζεσαι τις λευκές σελίδες. Μακάρι να μπορούσα να γράψω λίγες.

καλοπροαίρετος είπε...

Αφού η αμπάριζα είναι ολυμπιακό άθλημα, γιατί να μη γίνει και το αλάτι ψιλό, αλάτι χοντρό;

@ Pete Dare (δεν έχω λόγο να ψάχνω κάθε τόσο για ευρηματική παραφθορά, ομάδα που κερδίζει δεν αλλάζει) :

Αμπάριζα; Α, λες το μπέιζμπωλ – γιατί, τι άλλο είναι το, ολυμπιακό κιόλας, αυτό άθλημα παρά αμπάριζα με πρόσθετη υλικοτεχνική υποδομή, ρόπαλα και βατήρες και φράχτες και περικνημίδες, ώστε να δείχνει πιο σοφιστικέ;

Βεβαίως και μπορείς να γράψεις λευκές σελίδες· επειδή όμως κάποια στιγμή μπορεί να γίνεις [ακόμα πιο] διάσημος, οπότε κάθε τι που κάποτε έγραψες, από τη σελίδα με τα καραβάκια που σχεδιάζεις από αμηχανία στη διάρκεια ενός μακρού και βαρετού τηλεφωνήματος μέχρι το στρατσόχαρτο με τα προχειρογραμμένα ψώνια της λαϊκής από την εποχή που οι μπάμιες είχαν έξι (και τώρα έξι έχουν· μόνο το νόμισμα άλλαξε), θα γίνει ανάρπαστο από διορατικούς συλλέκτες που θα είναι πρόθυμοι να πληρώσουν αδρά για να τα αποκτήσουν (για το παρτιδόφυλλο της παρτίδας σου με τον Τσομή ζήτησε μια εξωφρενικά υψηλή τιμή, και μην πέσεις ούτε σέντσι : είναι σίγουρο ότι κάποιος αγοραστής θα βρεθεί), θα πρότεινα να χρησιμοποιήσεις πέννα και χυμό λεμονιού ή ζωμό κρεμμυδιού. (Το πρώτο είναι γνωστό για την ιδιότητές του της «αόρατης μελάνης», το δεύτερο νομίζω όχι τόσο.) Το χαρτί που έχει γραφεί με αυτό τον τρόπο έχει μια λευκότερη απόχρωση του χλωμού (νάσου και οι Μπρόκολ Χάρουμ, όπως λέμε : ο Μπάρρυ Μαίναλο, οι Μπόνεϋ Μι και οι Γιου-Μπι σαράντα), όμως αν τυχόν το ζεστάνεις, π.χ. το… σιδερώσεις, ως δια μαγείας θα εμφανιστεί το γραμμένο κείμενο :-)

καλοπροαίρετος είπε...

Πώς να προσεγγίσετε μια αλλοδαπή σκακίστρια

@ Ανώνυμος (αυτός με την πρόταση για σκακιστικό dating service) :

Έλο και ομοσπονδία, σωστά! Κατευθείαν στο ψητό! Μπορεί να ευδοκιμήσει σχέση αν υπάρχει διαφορά Έλο πάνω από 200 βαθμούς; Εγώ ένα ζευγάρι που ξέρω είχε 350, άκουσον άκουσον, βαθμούς διαφορά, επεχείρησαν το απονενοημένο διάβημα και παντρεύτηκαν, και τώρα δεν έχουν περάσει ούτε δυο χρόνια και σχεδόν δεν μιλιούνται. Έτσι είναι. Τι προοπτικές μπορεί να έχει ένα ζευγάρι που ο άντρας δεν μπορεί να κερδίσει ούτε με knight odds; Και, μπορείς να κάνεις χωριό αν η άλλη είναι από τη Σιέρρα Λεόνε, δεν πα να είναι εκλαιράκι σαν την Κατινίτσα Σάνκο; Πρέπει να παίρνει κανείς τα μέτρα του.

Και άσε τους άλλους τους αφελείς να αναλώνονται με αυτά τα «τι ζώδιο είσαι;», «έχει κρύο το χειμώνα εκεί στο Νταουγκάβπιλς;», «ήξερες ότι ο Παρθενώνας έχει 84 κίονες, δηλαδή το άθροισμα των εφτά ακολουθιών 1 + (1+2) + (1+2+3) + (1+2+3+4) + (1+2+3+4+5) + (1+2+3+4+5+6) + (1+2+3+4+5+6+7);» και τέτοια τετριμμένα… Οι ελιγμοί στα μετόπισθεν είναι καλοί στη Στόουνγουωλ, όχι στις διαπροσωπικές σχέσεις· εκεί, bayonette attack και ή εσύ θα χάσεις ή εγώ θα κερδίσω.

Βελτίωση : αντί για φωτογραφία, να ζητάμε να επισυνάπτει pgn των καλύτερων παρτίδων της, ώστε να προλάβουμε να τη στήσουμε κιόλας. Πες ότι αύριο έρχεται στην Αθήνα και, αφού της δείξεις τα αξιοθέατα, «εδώ ήταν η πρώτη έδρα της Ομοσπονδίας», «σε αυτό το κομψό νεοκλασσικό ήταν το εντευκτήριο της ΕΦΕΤ», «σε αυτό το παγκάκι κάθησα ένα σαββατόβραδο για να συνέλθω από το χειρουργείο που με πέρασε ο Μαζετίδης, παρέα με μια ντουζίνα περιπτερόμπυρα και τον διάσημο αδέσποτο σκύλο Βαγγέλη, που τον ξέρουν οι γκέι μόδιστροι και οι σέξυ φθισικές» και τα παρόμοια, και καταλήγετε στο γνωστό στέκι για τσίπουρο και μπλιτς. Αν σε πλακώσει με καμιά κρυφή βαριάντα του Λόντον Σύστεμ και είσαι αδιάβαστος ή αποδειχθείς υπερόπτης, θα σε κάνει ρόμπα «πανελληνίως». Είμαστε για τέτοια τώρα;

Και, όταν ωριμάσουν οι συνθήκες : «Έρχεσαι σπίτι να σού δείξω τη συλλογή αυτογράφων μου από γκρανμαίτρ;» Επιτυχία εξασφαλισμένη :-)

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ είπε...

@Καλοπυρέσσων (μικρή αλλά ουσιαστική απόκλιση από τον Εμπειρίκο, με την άδειά του πάντοτε)

Μόλις τελείωσα το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου και νιώθω σαν τον κακομοίρη που μόλις τέλειωσαν οι διακοπές του του Αυγούστου ή ακόμα καλύτερα σαν αυτόν που η γκόμενα μεταξύ καφέ και τσιγάρου στην αποφράδα Καστέλλα του αποκάλυψε με περισσή πρωτοτυπία ότι θα πρέπει να επανεξετάσουν τη σχέση τους(πιθανότατα με κάποια προσωρινή απομάκρυνση ώστε να επαναδιαπραγματευτούν οι στόχοι τους, να ανανεώσουν τις συνήθειές τους, να ξεφύγουν από το ανιαρό συναισθηματικό τους τέλμα και να διευρύνουν τον κύκλο τους βρε αδελφέ, για να μη θυμηθούμε ότι στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ την είχε παρατήσει μόνη της να βλέπει -αγκαλιά με το λούτρινο γοριλάκι, τον Μουτόμπο- τη Βουγιουκλάκη να χιμάει στις φλόγες για να σώσει το ασπρόμαυρο κάδρο του Λαυρέντη Διανέλλου, καθότι εκείνη την εποχή το τεχνικολόρ δεν ήταν στις προτιμήσεις των Ελλήνων σκηνοθετών για οικονομικούς και πρωτίστως καλλιτεχνικούς λόγους).

Δηλαδή, σα μαλάκας.

Όπως καταλαβαίνεις είμαι ακόμα θολωμένος, και μάλιστα χωρίς να έχω κατορθώσει να γράψω έστω μια λευκή σελίδα. Πάντως το κόλπο με το λεμόνι το έχω χρησιμοποιήσει στον Αντρέα (ένας είναι ο Αντρέας -αυτός της Αλλαγής δεν πιάνεται γιατί βλέπει τα ραδίκια από τη ριζική τους πλευρά-, ρώτα το Γάτο που έκανε ισοπαλία μαζί του) που αρχικά εντυπωσιάστηκε αλλά μετά μου έφερε ένα μολύβι που έγραφε αόρατα και που εμφάνιζε τα γράμματα μόνο στο σκοτάδι(ελέω φθορισμού). Ξέρω πως πέθανε ο Μίκυ ο μαθητευόμενος μάγος. Τον έφαγε μπαμπέσικα η Τεχνολογία. Μετά, βρήκα ένα παλιό Φόκους και μπόρεσα να κάνω ένα αυγό, μόνο με καπνιά και νερό, να ασημίζει, κάτι σαν την απατεωνιά που κόντεψε να υποστεί ο Ιέρωνας φαντάσου, γεγονός που διέσωσε τη θλιβερή μου μαγική πολυπραγμοσύνη στα μάτια ενός πεντάχρονου. Τώρα έχω θάψει μερικά δίφραγκα (κανονικά, όχι γιούρο τα οποία δεν παρέχουν την αίσθηση της παλαιότητας) στον τριανταφυλλόκηπο δίπλα στο φαρμακείο και αναμένω την ευκαιρία για να ρίξω την ιστορία με τους πειρατές. Τόσο φτηνός μπορώ να γίνω. Έξι δραχμών.

Η λέξη "διάσημος" μου θυμίζει την ιστορία με το επιτελείο του Λιβάνη, όπου ψάχνουμε απεγνωσμένα κάποια φωτογραφία του συγγραφέα για το "Χειρόγραφο..." και έχω μόνο αυτές του θριαμβευτικού μου απολυτηρίου του Λυκείου και μάλιστα δε θυμάμαι που το έχω καταχωνιασμένο. Σε όλες τις άλλες είμαι με τη Σοφία ή είμαι αλλήθωρος (πράγμα που αποδεικνύει το πόσο ανοιχτομάτης υπήρξα στη μοναδική σωστή επιλογή μου). Έχω και μία άλλη καβάλα σε μια καμήλα, αλλά το επιτελείο την απορρίπτει ασυζητητί. Εγώ πάντως στην καμήλα δεν έβλεπα κάτι άσχημο (αν εξαιρέσουμε την ταχύτητα με την οποία σηκώνεται από το έδαφος και τη μιλημένη διαδρομή που ακολουθεί μέχρι τον πωλητή εξωτικών αναψυκτικών, που στα "προσφέρει" ανοιγμένα πριν καλά καλά πεις "Τούθμωσις"). Τελικά πρότεινα να βάλουν μία του Μπραντ Πιτ και τα κορίτσια πολύ γέλασαν. Ποτέ δεν κατάλαβα το γιατί. Ίσως επειδή κάποιος κακόβουλος τους είχε ψιθυρίσει τις επιδόσεις μου ως Λεωνίδα στο "Φον Δημητράκη". Ας όψεται.

Περνώ τώρα στο καυτό θέμα των σκακιστικών γνωριμιών, σχόλιο που δεν αφορά στην αφεντιά μου, αλλά που θα θίξω, δεδομένου του "ό,τι κινείται τρώγεται". Αν δεν είχα την τύχη (και τη σοφία) να γνωρίσω την προαναφερθείσα Σοφία, σίγουρα θα κατέληγα σε μια πιο ανατολική λύση κι ας με προσπερνούσε 1000 ΕΛΟ. Το κόλπο με τις θυληκές υπάρξεις που ομορφαίνουν τα γηρατειά μας δεν είναι άλλο από το να τις αφήνεις να νομίζουν ότι κερδίζουν. Αν μάλιστα πρόκειται για σκάκι, τότε η ευτυχία είναι εξασφαλισμένη. Χάνουμε που χάνουμε, τι πειράζει να μας κερδίζει η γυναικούλα μας;Συμφωνώ βέβαια με τα αυστηρά κριτήρια επιλογής που βάζεις στο κρεβάτι, εεε...συγνώμη, στο τραπέζι ήθελα να πω, και μάλιστα θα προσέθετα και κάποια του φίλτατου σκακιστή και εσχάτως αδικημένου από την blind Θέμις (Ανδρεάδης, που θά'λεγε και ο Ελισσαίος), μετρ φιντέ Καλούση, όπως το ύψος (άνω του 1.80,ούτε ρούπι παρακάτω) και στήθος πάλι 1.80 (εκπτώσεις θα κάνουμε;).Ελπίζω το παράδειγμα αυτό να το ακολουθήσουν όλα τα ελληνόπουλα σκακιστομπακούρια. Μεσοπρόθεσμα θα αποκτούσαμε μια γυναικεία εθνική ομάδα εφάμιλλη αυτής της άρσης βαρών, της ελληνορωμαϊκής πάλης, ή της επιτραπέζιας αντισφαίρισης (του μόνου ολυμπιακού αθλήματος που παίζεται στο τραπέζι εκτός από το σκάκι και το ποδόσφαιρο).

ΥΓ.Το παρτιδόφυλλο με τον Δημήτρη (που τον σέβομαι απεριόριστα καθότι ελάχιστοι οι αξιοπρεπείς) δεν πωλείται. Είναι σαν τα διηγήματα που γράφουμε για την πάρτη μας, ή σαν τα καλά κρασιά που φυλάμε ευλαβικά στο κελάρι, όχι από μεγαλαυχία, ούτε για να τα πιούμε διασκεδάζοντας, μα για να μην κλαιγόμαστε ότι η τύχη μας έδειξε την πλάτη της.

καλοπροαίρετος είπε...

Εμπειρίκος, Δανελιάν και χόκους πόκους με Πρίους

@ Pete Dare (τάπαμε, ομάδα που κερδίζει δεν αλλάζει· πήγε να παρεκκλίνει από τον κανόνα χτες αυτός ο Βαλβέρδε και είδαμε τα χαΐρια του· άκου ν΄ αφήσει έξω τον Άντζα, ο μυρωδιάς) :

Όλοι ξέρουμε για τον «Μέγα Ανατολικό» ―προσοχή στην κλίση : ο μέγας, του μεγάλου, τον μέγα· είναι περιττοσύλλαβο, κατά το ο Τάρας (όχι ο Ζίγκμπερτ, ούτε ο Μπούλμπα· το λιμάνι, τοπωνυμικό Ταραντίνος, όπως ο Αρχύτας και ο Κουέντιν), του Τάραντος, ή ο [Νεόφυτος] Βάμβας, του Βάμβακος, κατά Καραγιάννη (όχι Νάντια, ούτε Θανάση· Μάρθα)―, οι περισσότεροι έχουμε διαβάσει αποσπάσματα ή κάνα-δυο τόμους· υπάρχει όμως άραγε κάποιος που να έχει διαβάσει και τους οχτώ τόμους; Δύσκολα. 2100 σελίδες είναι αυτές και, εδώ που τα λέμε, χωρίς μεγάλη πλοκή και εξέλιξη του μύθου. Πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχουν τα ποιήματά του. Έχω αναφερθεί στον Εμπειρίκο εδώ.

Ωραία. Πότε να το περιμένουμε στις προθήκες; Ελπίζω μόνο ο διορθωτής του Λιβάνη να είναι προσεκτικός, γιατί από έμπνευση και στυλ σκίζεις, αλλά η ορθογραφία δεν είναι το φόρτε σου :-D

Καστέλλα, ε; Πού ακριβώς, μήπως στο μισοερειπωμένο αρχοντικό στα Βοτσαλάκια, πάνω από τα γήπεδα μπάσκετ, απέναντι από το νησάκι του Κουμουνδούρου, όπου λέγεται ότι γίνονταν (-αι) σατανιστικές τελετές; - :-)

Ε, κι αυτή, αφού ο λεγάμενος την άφησε μπουκάλα και προτίμησε τον Γουεά (τι; πέρασαν κιόλας τόσα χρόνια από τότε που κρέμασε τα παπούτσια του; βρε πώς περνάει ο καιρός...), ας τον χτυπήσει στο αδύνατό του σημείο. Τι εξιτάρει περισσότερο έναν άντρα; Ακριβώς : να συνοδεύει την εκλεκτή της καρδιάς του στις πολύωρες εξορμήσεις της στις Ζάρες και στους Χαραλάδες, σαν κυρία επί των τιμών (των αναίτια υψηλών τιμών· ένα Body Lacrima του Cotton Club από τον Αεράκη ίσον ένα τριήμερο στο Ναύπλιο σε τετράστερο). Σκηνικό : η μαρκησία χαζολογάει, συγγνώμη, ενημερώνεται καλλιτεχνικά εννοώ, με τις ώρες, και η κυρία επί των τιμών την περιμένει στωικά, με ένα σιδερωμένο ημιμειδίαμα και προσποιητά άνετο ύφος, να διαλέξει, ώστε να επικροτήσει ενθουσιωδώς την επιλογή. Ε λοιπόν, αυτό να του στερήσει. Μια φορά είναι αρκετή. Να δεις μετά, της ξανακάνει κόνξες; Γονατιστός θα την εκλιπαρεί να τον παίρνει μαζί της στα ρουχάδικα και στα καλλυντικάδικα. «Θέλω να σε δω να σέρνεσαι και να με παρακαλάς», που λέει και ο υιός Κόκοτας. (Είχα δεν είχα, στο BDSM το γύρισα πάλι...).

Αν με ένα παλιό Φόκους μπόρεσες να κάνεις ένα αυγό να ασημίζει, φαντάσου τι μπορείς να κάνεις με ένα καινούργιο Πρίους, που είναι και υβριδικό :-)

Άνω του 1.80 και του 1.80... Χμμ... Κι εσύ την πας τη Δανελιάν, ε;

ΥΓ : Για τη γνώμη σου για τον Δημήτρη, θα επιστρατεύσω έναν αγγλισμό : δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο. Μια μικρή ένσταση : οι αξιοπρεπείς, σύμφωνα με τα δικά μου κριτήρια που, σαν καλοπροαίρετος που είμαι, είναι ελαστικότερα, είναι περισσότεροι από ελάχιστοι. Επίσης, είναι και θέμα «ειδικών συνθηκών». Σαν μισθωτός, έστω υψηλόβαθμος και υψηλόμισθος, ή ίσως ακριβώς γι΄ αυτό, έχω αναγκαστεί όχι λίγες φορές, και, το χειρότερο, ενσυνείδητα, να συμπεριφερθώ σε ανώτερο με τρόπο συγκαταβατικό έως ευθέως δουλοπρεπή (σε υπηρεσιακό πάντα επίπεδο· σε κοινωνικό έχω καταφέρει να μην τους συναναστρέφομαι – δεν λέω σνομπάρω ή περιφρονώ, γιατί έτσι πάω στο άλλο άκρο· μπορεί να χάνω κάποιες βραδυές στη «Ράτκα» και τίποτα ταξιδάκια στο εξωτερικό, αλλά ζω και χωρίς αυτά). Δεν ξέρω αν αυτή μου η συμπεριφορά (άλλες μπορεί) με κατατάσσει στις τάξεις των αναξιοπρεπών.

Ανώνυμος είπε...

- Θεωρείτε τον ηθοποιό, πλέον, είδος «αναλώσιμο»;

«Ο ηθοποιός, όχι βέβαια. Δεν είναι αναλώσιμος. Δεν είναι είδος αναλώσιμο. Ο ηθοποιός είναι μία από τις σημαντικότερες παραμέτρους του θεάτρου. Για κάποιους είναι η σημαντικότερη. Εγώ θα έλεγα ότι για κάποιες στιγμές, στην πραγματικότητα μέσα στο θέατρο, ο ηθοποιός είναι το σημαντικότερο στοιχείο. Υπάρχουν στιγμές όπου παραμερίζεται το κείμενο και ο σκηνοθέτης και εμφανίζεται αυτό το λουλούδι που επικοινωνεί με τον κόσμο ενεργειακά, που δίνει όλο το φάσμα της μαγικής διαδικασίας που ονομάζεται θέατρο. Αυτός είναι που μεταμορφώνει και ταξιδεύει τη φαντασία του θεατή. Ο ηθοποιός είναι μία από τις σημαντικότερες και πολλές φορές, η σημαντικότερη στιγμή για αυτό που ονομάζουμε μαγική ιδιότητα του θεάτρου. Το θέατρο μας ταξιδεύει μέσα στις εποχές, είναι αυτό που έχει επιβιώσει χιλιάδες χρόνια γιατί ακριβώς έχει να κάνει με ανθρώπους».

- Ο ηθοποιός είναι επάγγελμα ή χόμπι;

«Πιστεύω ότι δεν είναι ούτε επάγγελμα ούτε χόμπι. Είναι σαν τον ποιητή. Ο ηθοποιός και οι άνθρωποι του θεάτρου είναι σαν τους ποιητές. Είναι πολυτελώς περιττοί. Είναι πρόσωπα που έχουν την πολυτέλεια να είναι περιττοί παντού, αλλά ταυτόχρονα είναι πολυτελείς υπάρξεις, οι οποίες προσπαθούν σαν κεριά που καίγονται, να δώσουν ένα πικάντικο ύφος στη ζωή της κοινωνίας μας. Είναι σαν τους σαλούς που λέγαμε παλιά, οι οποίοι φωνάζανε με διαφορετικό τρόπο την αλήθεια και εκμυστηρεύονται αλήθειες που πολλές φορές δεν θέλουμε να ακούσουμε. Είναι μία πολυτέλεια περιττή στην πραγματικότητα. Αρα δεν είναι ούτε επάγγελμα, ούτε χόμπι».


Νίκος Διαμαντής:
Οι άνθρωποι του θεάτρου είναι… πολυτελώς περιττοί Συνέντευξη στον Φραγκίσκο Αλέξανδρο Σαργολόγο

καλοπροαίρετος είπε...

Αβλεπεί, αβλεπτί, ή τίποτα από τα δύο;

Σε αυτό το θέμα χρησιμοποίησα τελευταία φορά το επίρρημα αβλεπεί, σε αυτό αναρτώ και κάτι σχετικό.

Ο ημέτερος (τον αποκαλώ συστηματικά έτσι γιατί, για όσους νεότερους δεν το γνωρίζουν, διετέλεσε κατά την εφηβεία του ισχυρός, για τα μέτρα της εποχής, σκακιστής) Νίκος Σαραντάκος, στον πλουσιότατο και τερψίφρονα ιστοχώρο του, δημοσίευσε προχτές, με τον τίτλο Αβλεπεί και αβλεπτί – δυο λεξικογραφικές εφευρέσεις;, ένα σημείωμα για το επίρρημα αβλεπεί ή αβλεπτί, που όχι σπάνια, συχνότερα πάντως από τα αυθωρεί ή ασκαρδαμυκτί, ακούμε, διαβάζουμε, και μερικοί χρησιμοποιούμε, ακόμα και στο σκάκι :

Μεταξύ συμπαικτών, την παραμονή διασυλλογικού αγώνα :

«Αύριο είσαι τρίτη σκακιέρα με τον Φιρφιρίκο, και αυτός παίζει Ινδική του Βασιλιά. Πώς θα τον αντιμετωπίσεις;»

«Τεσσάρων πιονιών, αβλεπεί. Διάβασα κάτι καινούργιες αναλύσεις του Μπάνι στο «Σκάκι για Λίγους», έχω και κάτι δικές μου από τον Φριτς, πριν την εικοστή κίνηση θα τον έχω μαζέψει».

Μεταξύ νεαρού και έμπειρου παικτών, κατά την ανάλυση παρτίδας του πρώτου :

«Εδώ καταλάβαινα ότι έχω υπεροχή, αλλά δεν έβρισκα σχέδιο. Τι να έπαιζα, κύριε;»

«Σε τέτοιες θέσεις, διπλώνουμε αβλεπεί στην ημιανοιχτή γάμμα και μετά κάνουμε επίθεση μειονότητας».

Ο Σαραντάκος, με το σύνηθες μίγμα ευχάριστου στην ανάγνωση ύφους, αλλά και αυστηρής μεθοδολογίας και επίκλησης όλων των γνωστών και λιγότερο γνωστών πηγών –αποτέλεσμα αναζήτησης και μελών του φόρουμ Λεξιλογία–, καταλήγει, όπως λέει και ο τίτλος του σημειώματός του, ότι τα δύο αυτά επιρρήματα μπορεί και να είναι λεξικογραφικές εφευρέσεις.

Για να μιλήσω προσωπικά, κι εγώ χρησιμοποιώ, με φειδώ πάντως, τον τύπο «αβλεπεί». Για να μείνουμε στο παρόν ιστολόγιο, στους 15 μήνες της εδώ (καταιγιστικής και καταλυτικής) παρουσίας μου, το έχω χρησιμοποιήσει δύο φορές, στις 20 Ιουνίου εδώ (όπου μάλιστα, μετά το επίρρημα, σημειώνω σε παρένθεση : «έτσι το ορθογραφεί ο Μπάμπι»), και στις 5 Αυγούστου εδώ.

Για να είμαι ειλικρινής, πριν το χρησιμοποιήσω την πρώτη φορά, ανέτρεξα στα τρία online λεξικά του komvos.edu.gr. Δεν το βρήκα. Ανέτρεξα στο μόνο λεξικό που είχα πρόχειρο εκείνη τη στιγμή, το «Λεξικό για το γραφείο και το σπίτι» του Μπαμπινιώτη, για να βεβαιωθώ όχι για την ύπαρξη του επιρρήματος, την οποία θεωρούσα δεδομένη, αλλά για την ορθογραφία του – για το ενδεχόμενο που γραφόταν π.χ. αβλεπί. Το βρήκα αβλεπεί, επαναπαύθηκα, το χρησιμοποίησα.

Θα κρατήσω την ακροτελεύτια σύσταση του Σαραντάκου : «καλό είναι να μη δεχόμαστε αβλεπί τα όσα ισχυρίζεται ένα μόνο λεξικό» – όπως δηλαδή έκανα εγώ.

Πάντως, για να εξομολογηθώ την αμαρτία μου και παρ΄ ότι ο Σαραντάκος είναι απόλυτα πειστικός ότι μάλλον πρόκειται για λεξικογραφική εφεύρεση, θα συνεχίσω, με φειδώ όπως και πριν, να χρησιμοποιώ τον τύπο «αβλεπεί». Είναι εύηχο, σοφολογιωτατοφανές, και η αμεσότητά του μού αρέσει :-)

Μετοικος στην Νισυρο είπε...

Πεθανε χθες σε ηλικια 89 ετων ο Ερικ Ρομερ.
Μικρο αφιερωμα στο εργο του εδω:
http://www.allocine.fr/article/dossiers/cinema/
dossier-18591261/