Παρασκευή, 22 Οκτωβρίου 2010

Ο Μαρξ στο Σόχο


Χάουαρντ Ζιν, η αριστερή φωνή της Αμερικής. Ο ψηλός, ασπρομάλλης καθηγητής, γνωστός ακτιβιστής κατά του πολέμου στο Βιετνάμ, ανέτρεψε όλα τα στερεότυπα της επίσημης ιστοριογραφίας.

Έγινε ευρύτερα γνωστός με το βιβλίο «Ιστορία του Λαού των ΗΠΑ», όπου ανέδειξε ως κεντρικούς ήρωες της ιστορίας της χώρας όχι τους ιδρυτές της, αλλά τους συνδικαλιστές, τις φεμινίστριες και τους μαχητές για διάφορους σκοπούς.

Εχουν εκδοθεί περισσότερα από 25 βιβλία του. Η «Ιστορία του Λαού των ΗΠΑ» κυκλοφόρησε το 1984 και εξελίχθηκε σε διαχρονικό μπεστ σέλερ, με πωλήσεις που μόνο στις ΗΠΑ έχουν ξεπεράσει το ένα εκατομμύριο αντίτυπα. Διδάσκεται σε εκατοντάδες πανεπιστήμια και κολέγια των ΗΠΑ και έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Οπως ο ίδιος είχε δηλώσει, πρόκειται για μία ιστορία της Αμερικής που έρχεται να φωτίσει, να τεκμηριώσει αλλά και να ανατρέψει τις μέχρι τώρα πληροφορίες μας γι’ αυτήν. Δεν παγιδεύεται στους εθνικούς μύθους της επίσημης ιστορίας, που γράφτηκε από την οπτική γωνία των κυβερνήσεων, των κατακτητών, των διπλωματών και των ηγετών. Ο Ζιν επιλέγει να αφηγηθεί την αμερικανική ιστορία όπως την έζησαν οι γυναίκες, οι εργάτες, οι μαύροι, οι Ινδιάνοι, οι φτωχοί, οι μετανάστες.

Για τον Αμερικανό πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα είχε δηλώσει ότι ο πλανητάρχης είναι μια σκέτη απογοήτευση για τους ανθρώπους που τον ψήφισαν.

Το ελληνικό κοινό γνώρισε τον Ζιν ως θεατρικό συγγραφέα από τον εκπληκτικό μονόλογο «Ο Μαρξ στο Σόχο». Στο έργο ο Αμερικανός ακαδημαϊκός φέρνει σε πρώτο πρόσωπο απέναντι από τον θεατή τον Μαρξ να αναλύει με καθαρότητα τις βασικές γραμμές της ιδεολογίας του.

O Χάουαρντ Ζιν πέθανε 27 Ιανουαρίου 2010 από ανακοπή καρδιάς σε ταξίδι στη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνιας.

(Μίνα Αγγελίνη)

---------------------------------------------
Δεν αναρωτιέστε γιατί νιώθουν την ανάγκη να με ανακηρύσσουν νεκρό, ξανά και ξανά;
Ο Μαρξ, απαυδισμένος από τις επιθέσεις που δέχεται μετά θάνατον, ζητάει από τις αρμόδιες αρχές του άλλου κόσμου να επιστρέψει στη ζωή για να αποκαταστήσει την αλήθεια.
Φτάνει στο Σόχο και, απευθυνόμενος σε ένα σύγχρονο ακροατήριο, μιλάει σε πρώτο πρόσωπο για τη ζωή του και υπερασπίζεται την επικαιρότητα των ιδεών του.
--------------------------------------------

(Ο Μαρξ στο Σόχο, Μετάφραση: Άρης Λασκαράτος, Εκδόσεις Αιώρα - απόσπασμα)

Φώτα σπιτιών στο βάθος. Ένα φως στο κέντρο της σκηνής φωτίζει ένα χώρο άδειο, εκτός από ένα τραπέζι και μερικές καρέκλες. 0 Μαρξ μπαίνει φορώντας μαύρη ρεντιγκότα και μαύρο γιλέκο, λευκό πουκάμισο και μαύρο παπιγιόν. Έχει γένια, είναι κοντός. γεμάτος, με μαύρο μουστάκι και μαλλιά που γκριζάρουν. Φοράει γυαλιά με μεταλλικό σκελετό και κρατάει ένα σακίδιο. Κοντοστέκεται, περπατάει μέχρι την άκρη της σκηνής, κοιτάζει το ακροατήριο. Δείχνει ικανοποιημένος. λίγο έκπληκτος.

-Δόξα τω Θεώ, κοινό!

Βγάζει τις προμήθειές του από τo σακίδιο: μερικά βιβλία, εφημερίδες, ένα μπουκάλι μπίρα, ένα ποτήρι. Κάνει στροφή και περπατάει προς το κέντρο της σκηνής.

-Ευχαριστώ που ήρθατε. Δεν ακούσατε όλους αυτούς τους ηλίθιους που έλεγαν ότι ο Μαρξ είναι νεκρός. Ε, δηλαδή, είμαι... και δεν είμαι. Είναι θέμα διαλεκτικής.

Δεν έχει πρόβλημα να διακωμωδεί τον εαυτό του και τις ιδέες του. Ίσως έγινε πιο ήπιος με το πέρασμα των χρόνων. Αλλά πάνω που λες ότι ο Μαρξ μαλάκωσε, έρχονται ξεσπάσματα θυμού.

-Ίσως αναρωτιέστε πώς έφτασα εδώ... χαμογελάει πονηρά... πήρα τη συγκοινωνία.

Η προφορά του είναι ελαφρά βρετανική, απροσδιόριστα ευρωπαϊκή, χωρίς καμια έντονη απόχρωση, σίγουρα όμως όχι αμερικάνικη.

-Εγώ δεν ήθελα να βρεθώ εδώ... Εγώ ζήτησα να γυρίσω στο Σόχο του Λονδίνου. Εκεί που έζησα. Αλλά... ένα μπλέξιμο της γραφειοκρατίας και βρέθηκα εδώ, στο Σόχο της Νέας Υόρκης...

Αναστενάζει.

-Βέβαια, πάντα ήθελα να επισκεφτώ τη Νέα Υόρκη.

Ρίχνει μπίρα στο ποτήρι του, πίνει μια γουλιά, το αφήνει στο τραπέζι. Η διάθεσή του αλλάζει.

- Αναρωτιέστε γιατί επέστρεψα;

Δείχνει κάπως θυμωμένος.

-Μα για να αποκαταστήσω την υπόληψή μου.

Σωπαίνει.

-Διάβαζα τις εφημερίδες σας... Παίρνει στα χέρια του μια εφημερίδα. Όλες διακηρύσσουν ότι οι ιδέες μου έχουν πεθάνει! Τα γνωστά. Αυτοί οι παλιάτσοι το λένε πάνω από εκατό χρόνια τώρα, αλλά δεν αναρωτιέστε τι μανία είναι αυτή να με ανακηρύσσουν νεκρό ξανά και ξανά;
Κι εγώ είπα, ως εδώ. Ζήτησα να επιστρέψω, έστω για λίγο. Βλέπετε, υπάρχουν κανόνες εκεί πάνω. Είπαμε: γραφειοκρατία. Επιτρέπεται να διαβάζεις, ακόμα και να βλέπεις τους ανθρώπους, αλλά όχι να ταξιδεύεις. Φυσικά, διαμαρτυρήθηκα. Και είχα αρκετή συμπαράσταση... Ο Σωκράτης, παραδείγματος χάριν, τους είπε: «Ζωή χωρίς ταξίδια δεν αξίζει να τη ζεις». Ο Γκάντι έκανε απεργία πείνας. Η Mother Jones απείλησε ότι θα κάνει πικετοφορία. Ο Μαρκ Τουέιν με υπερασπίστηκε, με το δικό του παράξενο τρόπο. Ο Βούδας έψαλε: Ωμμμμμ! Οι υπόλοιποι σιώπησαν. Θεέ μου, πεθαμένοι άνθρωποι, τι είχαν να φοβηθούν;
Ακόμα και εκεί πάνω, ταραξία με θεωρούν. Ευτυχώς, όμως, η διαμαρτυρία έπιασε τόπο! «Εντάξει, πήγαινε», είπαν, «έχεις μια ώρα στη διάθεση σου να εκθέσεις τις απόψεις σου. Και πρόσεχε: όχι φασαρίες!» Πιστεύουν πραγματικά στην ελευθερία του λόγου, αλλά μέχρις ενός σημείου...

Χασκογελάει.

-Είναι, βλέπετε, νεοφιλελεύθεροι.
Λοιπόν, μπορείτε να διαδώσετε τα νέα: Ο Μαρξ γύρισε! Για λίγο. Αλλά πρώτα να ξεκαθαρίσουμε κάτι: Δεν είμαι μαρξιστής. Γελάει. To είπα κάποτε στον Πίπερ και κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό. Πίνει μια γουλια μπίρα. Πρέπει να σας μιλήσω για τον Πίπερ.
Ζούσαμε στο Λονδίνο, η Τζένη, εγώ και τα παιδιά. Είχαμε δυο σκύλους, τρεις γάτες και δύο πουλιά. 'Ισα που τα φέρναμε βόλτα. Είχαμε ένα διαμέρισμα στον οδό Ντιν, εκεί όπου κατέληγαν οι υπόνομοι της πόλης. Βρεθήκαμε στο Λονδίνο γιατί με είχαν διώξει από τη Ρηνανία, μάλιστα κύριε, από τον τόπο που γεννήθηκα.

-Είχα κάνει πολύ επικίνδυνα πράγματα. 'Ημουνα συντάκτης της εφημερίδας Die Rheinische Zeitung. Διόλου επαναστατικό έντυπο. Αλλά, τελικά, δεν υπάρχει πιο επαναστατική πράξη από το να λες την αλήθεια.

-Εκείνο τον καιρό στη Ρηνανία, η αστυνομία συνελάμβανε φτωχούς ανθρώπους με την κατηγορία ότι μάζευαν καυσόξυλα από τις ιδιοκτησίες των πλουσίων. 'Εγραψα ένα άρθρο για να διαμαρτυρηθώ. Προσπάθησαν να λογοκρίνουν την εφημερίδα. Στο επόμενο άρθρο έγραψα ότι δεν υπάρχει ελευθερία του τύπου στη Γερμανία. Αποφάσισαν να με δικαιώσουν: Έκλεισαν την εφημερίδα. Τότε, λοιπόν, γίναμε ριζοσπαστικοί - έτσι δεν γίνεται συνήθως; To τελευταίο φύλλο της εφημερίδας κυκλοφόρησε με έναν πηχιαίο τίτλο με κόκκινο μελάνι: «Επανάσταση!» Αυτό ενόχλησε τις αρχές και με διώξανε από τη Ρηνανία.

-Έτσι πήγα στο Παρίσι. Εκεί δεν πάνε οι εξόριστοι; Πού αλλού μπορείς να περάσεις όλη τη νύχτα σ' ένα καφέ διηγούμενος πόσο επαναστάτης ήσουνα στην πατρίδα σου; Ναι, ένας εξόριστος που σέβεται τον εαυτό του, πάει στο Παρίσι.
To Παρίσι ήταν για μας μήνας του μέλιτος. Η Τζένη βρήκε ένα μτκροσκοπικό διαμέρισμα στο Καρτιέ Λατέν. Ονειρεμένοι μήνες. Αλλά η γερμανική αστυνομία είχε ενημερώσει την αστυνομία του Παρισιού. Φαίνεται πως η αστυνομία αναπτύσσει διεθνιστική συνείδηση γρηγορότερα από τους προλετάριους... 'Ετσι, μ' έδιωξαν και από το Παρίσι. Πήγαμε στο Βέλγιο. Μας έδιωξαν κι από κει. Και πήγαμε στο Λονδίνο, όπου φτάνουν πρόσφυγες από ολόκληρο τον κόσμο. Οι Άγγλοι έχουν μια αξιοθαύμαστη ανεκτικότητα. Και πόσο υπερηφανευονται γι' αυτήν...

Βήχει. κάτι που θα κάνει αρκετές φορές. Κουνάει το κεφάλι του.

-Οι γιατροί είπαν ότι ο βήχας θα περάσει σε λίγες ερδομάδες. Αυτό Tο είπαν το 1858...
Σας έλεγα όμως για τον Πίπερ. Εκείνη την εποχή στο Λονδίνο, περνουσαν από το σπίτι μας όλοι οι πολιτικοί πράσφυγες από την ηπειρωτική Ευρώπη. Ο Πίπερ ήταν ένας απ' αυτούς. Στριφογύριζε γύρω μου σαν σφήκα. 'Ηταν ένας κόλακας, ένας γλείφτης. Στεκόταν απέναντί μου, στα δεκαπέντε εκατοστά, για να μην μπορώ να ξεφύγω, και απήγγελλε αποσπάσματα από τα κείμενά μου. Του έλεγα: «Πίπερ, σε παρακαλώ, σταμάτα να μου λες τι έχω γράψει!»
Είχε το θράσος να λέει, νομίζοντας ότι θα χαιρόμουνα, πως θα μετέφραζε To Κεφάλαιο στα αγγλικά. Χα! Ο άνθρωπος δεν μπορούσε να αρθρώσει μια πρόταση στα αγγλικά χωρίς να κατακρεουργήσει τη γλώσσα. Τα αγγλικά είναι όμορφη γλώσσα. Είναι η γλώσσα του Σαίξπηρ. Αν ο Σαίξπηρ άκσυγε τον Πίπερ να λέει μία μόνο φράση στα αγγλικά, θα αυτοκτονούσε.

-Αλλά η Τζένη τον λυπόταν και αρκετά συχνά τον προσκαλούσε στα οικογενειακά μας δείπνα. Ένα βράδυ, ο Πίπερ μας ανακοίνωσε τη σύσταση της Μαρξιστικής Εταιρείας του Λονδίνου.

-«Μαρξιστική Εταιρεία;» έκανα. «Τι είναι αυτό;» «Συναντιόμαστε», λέει, «μια φορά την εβδομάδα και συζητάμε ένα από τα κείμενά σου. To διαβάζουμε φωναχτά και το μελετούμε πρόταση προς πρόταση. Γι' αυτό αυτοαποκαλούμαστε μαρξιστές - πιστεύουμε με όλη μας την καρδιά σε όλα όσα έχεις γράψει».

«Με όλη σας την καρδιά, σε όλα όσα έχω γράψει;

«Ναι! Και θα ήταν υμή μας, Χερ Ντόκτορ Μαρξ -έτσι με φώναζε: Χερ Ντόκτορ Μαρξ - αν ερχόσουν να μιλήσεις στην επόμενη συνάντηση της Μαρξιστικής Εταιρείας».

«Δεν μπορώ να το κάνω αυτό». «Γιατί;» ρώτησε.

«Γιατί εγώ δεν είμαι μαρξιστής». Γελάει, με την καρδιά του. Δεν μ' ενοχλούσαν τα κακά αγγλικά του. Ούτε τα δικά μου ηταν άψογα. Ηταν ο τρόπος που σκεφτόταν. Μ' έκανε να ντρέπομαι, ήταν ένας δορυφόρος σε τροχιά γύρω από τα λόγια μου, τα οποία αναμετάδιδε στον κόσμο, αφού πρώτα τα διαστρέβλωνε. Και μετά υπερασπιζόταν τις διαστρεβλώσεις αυτές με φανατισμό, καταγγέλλοντας όποιον έδινε διαφορετική ερμηνεία.

[...]

2 σχόλια:

melen είπε...

:-)))

Spyros είπε...

Πριν από χρόνια, όταν ζούσα στη Βοστώνη, παρακολούθησα μια εκδήλωση με κεντρικούς ομιλητές τον Chomsky και τον Zinn. Τον Zinn δεν τον ήξερα τότε ενώ ο Chomsky μου ήταν γνωστός από τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης και πήγα στην εκδήλωση για να τον ακούσω. Τελικά ο Zinn ήταν αυτός που κέρδισε τις εντυπώσεις με την χαρισματική παρουσία του, πνευματώδης, γεμάτος ενέργεια και με ουσιαστικές παρατηρήσεις και απόψεις. Αργότερα διάβασα και την Ιστορία του Λαού των ΗΠΑ που είναι πιστεύω ένα βιβλίο που πρέπει να το διαβάσει κανείς για να διαμορφώσει μια ολοκληρωμένη άποψη για το τι συμβαίνει στον κόσμο (αν και μπορεί να γίνει σε κάποια σημεία κάπως κουραστικό με το πλήθος των γεγονότων και λεπτομερειών που παραθέτει).