Σάββατο, 13 Μαρτίου 2010

Ο λάκκος (μέρος πρώτο)

Διήγημα του Παναγιώτη Κονιδάρη σε δυο συνέχειες. Το δεύτερο και τελευταίο μέρος θα αναρτηθεί τη Δευτέρα.

Κανονικά θα έπρεπε να πω ότι η αίθουσα ήταν από νωρίς κατάμεστη. Όσοι όμως θυμούνται εκείνο το μέρος που είχε παραχωρηθεί στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας για σκακιστικές εκδηλώσεις, τότε ασφαλώς θα κατανοούν γιατί κατάμεστος ήταν ο διάδρομος. Η αίθουσα βρισκόταν σε μια γωνιά του πάνω διαζώματος του σταδίου και ήταν αρκετά ευρύχωρη. Είχε αντί για παράθυρα μεγάλες τζαμαρίες δεξιά κι αριστερά. Από τη μια έβλεπαν σε κάποια εσωτερική αυλή ενώ από την άλλη υπήρχαν σε χαμηλότερο επίπεδο κάποια κλειστά γυμναστήρια, με τα περισσότερα βλέμματα να προσελκύει αυτό της ρυθμικής γυμναστικής. Όμως κλιματισμός ή εξαερισμός ούτε για δείγμα. Ούτε καν ένα τοσοδά παραθυράκι για να ανανεώνεται κάπως ο αέρας που έμπαινε στα πνευμόνια των σκακιστών. Μετά από μερικές ώρες παρτίδα εισπνέαμε διοξείδιο του άνθρακα και έχω την αμυδρή υποψία ότι κάποιες ήττες οφείλονταν στην υπολειτουργία των εγκεφάλων λόγω ελλιπούς οξυγόνωσης.

Ο διάδρομος ήταν βέβαια μικρός για να χωρέσει τον όγκο των σκακιστών που συμμετείχαν σ’ εκείνο το διασυλλογικό της Β’ Εθνικής αλλά όλοι οι καλοί μαζέτες χωράνε. Ήταν επίσης λίγο πιο φωτεινός από ένα κελί απομόνωσης και τόσο χαμηλοτάβανος που ήταν απαγορευτικό να αναπηδήσεις από τη χαρά σου ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Είχε ωστόσο τρία βασικά πλεονεκτήματα. Το πρώτο ήταν ότι από κάπου έμπαζε ένα αναζωογονητικό ρεύμα αέρα. Δεν ξέρω από πού, πάντως έσωζε ζωές. Το δεύτερο ήταν ότι δίπλα ακριβώς βρισκόντουσαν οι τουαλέτες, πράγμα ανακουφιστικό, τόσο γι’ αυτούς που έπασχαν από προστατίτιδα, όσο και για μας τους υπόλοιπους που βρέχαμε που και που το πρόσωπό μας. Το σημαντικότερο όμως ήταν ότι μόνο εκεί επιτρεπόταν το κάπνισμα σε όσους είχαν το κουσούρι, δηλαδή κάπου στο 93,68% των συμμετεχόντων. Αυτό δημιουργούσε αμέσως μετά το άνοιγμα ένα στρώμα αιθαλομίχλης που, εξαιτίας του χαμηλού ταβανιού, λίγο αργότερα κυκλοφορούσε πηχτό ανάμεσα στα πόδια μας, λες και συμμετείχαμε σε ταινία με τον Βίνσεντ Πράις. Σε ένα τέτοιο τοπίο έβρισκες τους γνωστούς σου μόνο με το θρυλικό σκακιστικό ένστικτο.

Τελοσπάντων, όταν οι διαιτητές πατούσαν τα ρολόγια, όλα επανέρχονταν στην τάξη. Εκείνη τη μέρα θυμάμαι, παίζαμε έναν καθοριστικό για την παραμονή μας γύρο με κάποια ομάδα από την Πελοπόννησο. Η νίκη ήταν σχεδόν μονόδρομος. Η ομάδα μας έπασχε από τη χρόνια ασθένεια των ελληνικών σωματείων: αξιόλογες ανδρικές σκακιέρες κι από κει και κάτω το τσίρκο. Στην πρώτη σκακιέρα έπαιζε ο Στάθης, ένας ήρεμος λιγομίλητος ισχυρός μετρ που έσφιγγε τον κλοιό στους αντιπάλους αργά και βασανιστικά. Στη δεύτερη ο Νίκος, μουσικός στο επάγγελμα. Ήταν ένας κοντός χαμογελαστός άνθρωπος, πάντα πολυάσχολος και βιαστικός και πάντα σε πίεση χρόνου. Στην Τρίτη είχαμε τον Μπάμπη, μουσικό επίσης, μόνο που αυτός ερχόταν μονίμως ξενυχτισμένος αφού τα βράδια έπαιζε κιθάρα σε σκυλάδικα. Εντούτοις ήταν πονηρός μετρ και πολύ επιθετικός. Μάλλον θα του είχε μείνει από το καφενείο που σύχναζε, σε κάθε περίπτωση όμως σε κείνο το τουρνουά δεν είχε χάσει πόντο. Στην τέταρτη έπαιζε ο κυρ-Μιχάλης, συνταξιούχος μαθητής (ήταν εκπαιδευτικός) και υποψήφιος μετρ Α’ κατηγορίας, όπως συνήθιζε να λέει ο ίδιος. Και ήταν πράγματι μαζετομέτρ, αλλά το χιούμορ του τσάκιζε κόκαλα. Παλιά, πολύ παλιά, είχε διακριθεί στα τελικά κάποιου Πανελλήνιου Πρωταθλήματος. Μάλλον θα πρέπει να ήταν μια δεκαετία μετά τον πόλεμο, αν και δεν τόλμησα ποτέ να τον ρωτήσω ποιον πόλεμο ακριβώς. Εκείνη την εποχή με περνούσε μόλις 5 Έλο, και πολλά λέω. Στην Πέμπτη, όπως καταλάβατε με την εξέχουσα σκακιστική σας οξύνοια, έπαιζε η αφεντιά μου, άρτι αναβιβασθείσα στις αντρικές, αφού είχα προσπεράσει ανεπιστρεπτί το σκακιστικό όριο της νεότητας κατά έναν χρόνο. Οι λόγοι βέβαια που προτιμήθηκα ήταν απροσδιόριστοι. Είσαι σε φόρμα, μου είχαν πει, αλλά υποψιαζόμουν βαρεμάρα από τα άλλα μέλη του συλλόγου. Όπως και να’ χει τα είχα πάει πολύ καλά μέχρι εκείνο το σημείο και έπαιζα με ανυψωμένο Έλο και ηθικό. Μαζί πάνε αυτά. Στις εφηβικές τα κουτσοκαταφέρναμε, αλλά όχι σπουδαία πράγματα. Ο προέφηβος ήταν καλός εκτός από Τρίτες, Πέμπτες και Σαββατοκύριακα που έστηνε. Για νεάνιδα είχαμε ένα παχουλό κοριτσάκι, Ευτυχία νομίζω το έλεγαν. Η Ευτυχία είχε δύο χαρακτηριστικά γυαλιστερά κοτσιδάκια και η μόνη της σχέση με το σκάκι ήταν ότι ο παππούς της είχε κάποτε παίξει μερικές παρτίδες στην εξορία. Κατά τα άλλα όμως ήταν μαχητική και πεισματώδης και ήξερε και το αν-πασάν.

Τη γυναικεία την άφησα τελευταία γιατί εκεί έπαιζε η Αθηνά. Ω! η Αθηνά! Ήταν μόλις δύο χρόνια μικρότερή μου, φοιτήτρια κι αυτή, και αποτελούσε τη μόνη νότα ομορφιάς και δροσιάς στην κακάσχημη ομάδα μας. Είχε μαύρα σπαστά μαλλιά και κατάμαυρα πανέξυπνα μάτια. Τα ανασηκωμένα της ζυγωματικά και η καλοβαλμένη μύτη της, της προσέδιδαν ένα αρχαιοελληνικό προφίλ που με ξετρέλαινε. Πολλές φορές έπιανα τον εαυτό μου στη διάρκεια της παρτίδας να χαζεύει εκείνο το προφίλ που η προσήλωση το έκανε ακόμα πιο θελκτικό. Και όταν σηκωνόταν όρθια, τα φθαρμένα τζιν που συνήθιζε να φοράει, δεν ήταν αρκετά για να αποκρύψουν τις αρμονικές καμπύλες του λεπτού κορμιού της. Δυστυχώς, παρά τις προσπάθειές μου, δεν είχα κατορθώσει έως τότε να εξασφαλίσω κάποιο ραντεβού, αν και η σχέσεις μας είχαν οικειότητα, πάει να πει, είχαν περάσει την τέταρτη οριζόντια. Πάντα γελούσε με τα αστεία μου, ακόμα και όταν ήταν βεβιασμένα και αμήχανα. Με χάιδευε στην πλάτη σε ανύποπτες στιγμές και ανατρίχιαζα. Όταν ερχόταν πάνω από τη σκακιέρα μου όλο θυσίες και συνδυασμούς σκεφτόμουν, κι ας έπαιζα φινάλε πιονιών. Εννοείται ότι ήμουν ο πρώτος που έσπευδε να αναλύσει τις παρτίδες της, μολονότι δεν υπήρχε τίποτε σ’ αυτές για να αναλύσει κανείς. Να το πάρει το ποτάμι. Δεν πήγαινα μόνο για το σκάκι στον σύλλογο.

Πρέπει να είχε μπει για τα καλά η Άνοιξη, γιατί θυμάμαι ότι η μέρα εκείνου του αγώνα ήταν ζεστή, περισσότερο από το συνηθισμένο. Μετά από μισή ώρα που όλοι έμεναν καρφωμένοι στις σκακιέρες τους και που οι μόνοι ήχοι στο χώρο ήταν από τα μετακινούμενα κομμάτια και από τους χτύπους στα ρολόγια, η αίθουσα είχε αρχίσει να θερμαίνεται για τα καλά. Οι πρώτοι άρχισαν να την κάνουν με ελαφρά πηδηματάκια προς το διάδρομο για να εντοπίσουν την κρυφή αύρα. Έπαιζα με τα μαύρα. Απέναντί μου καθόταν ένας μεσήλικας άντρας με διάσπαρτες γκριζαρισμένες τούφες στο ημίγυμνο κρανίο. Τα περισσευούμενα κιλά του ξεχείλιζαν από τις άκρες του καθίσματος. Κρατούσε το κεφάλι του σφιχτά μέσα στις ιδρωμένες του παλάμες, λες και υπήρχε κίνδυνος να ξεκολλήσει από τη θέση του. Τα μικρά του μάτια, χωμένα μέσα σε δυο σακούλες λίπους, στριφογυρνούσαν αδιάκοπα, γεμάτα ανησυχία. Έριξα μια ματιά στο Έλο του. Δεν είχε και μεγάλη διαφορά από το δικό μου, ώστε να δικαιολογεί κάποιο ιδιαίτερο άγχος. Τον άφησα να ταλαιπωρείται με τις τακτικές παγίδες που έκρυβε το εκκεντρικό μου άνοιγμα και, αφού έριξα μια τρυφερή ματιά στο σκυμμένο κεφάλι της Αθηνάς, βγήκα για τσιγάρο.

Οι θαμώνες του καπνιστηρίου παρέμεναν λιγοστοί και πάντως δεν ήταν κανείς φιλαράκος ανάμεσά τους. Δεν είχα και πολλή όρεξη για σκάκι κι έτσι φανταζόμουν διάφορους τρόπους για να προσεγγίσω την Αθηνά και να την πείσω να βγούμε για ένα ποτό μετά τις παρτίδες. Οι σκέψεις μου σκόνταψαν όταν είδα πίσω από την τζαμένια πόρτα κόσμο να μαζεύεται πάνω από τη γυναικεία μας σκακιέρα. Έσβησα το τσιγάρο κακήν κακώς και έτρεξα να δω. Δυστυχώς, η όμορφη συμπαίκτριά μου είχε ξεχάσει ένα κομμάτι κρεμασμένο και είχε εγκαταλείψει επιτόπου με σιωπηλή αξιοπρέπεια. Έμοιαζε απαρηγόρητη, όχι τόσο για την ήττα της, όσο για το μηδενικό της ομάδας και ανέλαβα φυσικά να την ηρεμήσω. Στο τέλος κατόρθωσα να την πείσω να μείνει μέχρι να διαμορφωθεί το τελικό αποτέλεσμα. Ο αντίπαλος μου είχε παίξει κι έτσι δεν πρόλαβα να προβώ σε περαιτέρω εξωσκακιστικές αναλύσεις.

Όπως είπα, η θέση ήταν πονηρή και ο αντίπαλός μου είχε υποπέσει σε ένα αδιόρατο λαθάκι. Αυτό όμως ήταν αρκετό για να κερδίσω με έναν μικροσυνδυασμό κομμάτι για τρία πιόνια. Μετά, γεμάτος ικανοποίηση σηκώθηκα και βρήκα ξανά την Αθηνά. Την τράβηξα προς την τζαμαρία που είχε θέα στην αίθουσα της ρυθμικής γυμναστικής και πιάσαμε ψιλοκουβεντούλα χαζεύοντας τα κορίτσια-λάστιχο. Δε δυσκολεύτηκα να της αποσπάσω την υπόσχεση για ένα ποτό, αν τελείωνα νωρίς την παρτίδα μου. Εντωμεταξύ τα πράγματα στις άλλες σκακιέρες πήγαιναν καλά. Ο Στάθης στην πρώτη είχε πνίξει με σιδηρά πυγμή τον ισχυρό αντίπαλό του και ο Μπάμπης στην Τρίτη είχε αρχικά ζουλάρει τον δικό του και μετά του στούκαρε δύο φιγούρες στο ροκέ και τον έκανε χότζα. Μια ώρα αργότερα η Κάισσα μας έραινε με το θυμίαμά της, αφού και οι δύο έφηβοι κατάφερναν να κερδίσουν από μάλλον χειρότερες θέσεις. Δεν είχαμε την ίδια τύχη στον προέφηβο που, από θέση με πιόνι πάνω, κατόρθωσε να κάνει τον κακό ήρωα, αφήνοντάς τον να του τα βάλει όλα μέσα. Μικρό το κακό, σ’ εκείνο το σημείο η ομάδα ήταν μια χαρά και κερδίζαμε 4-2.

Πέρασα από τη σκακιέρα του Νίκου. Η θέση ήταν περίπλοκη αλλά είχε κάποια πρωτοβουλία. Ο Νίκος ήταν η συμπάθειά μου. Εκτός από την καλλιέργεια και τον ευχάριστο χαρακτήρα του, ήταν κι ο μέντοράς μου στο καλλιτεχνικό σκάκι. Για χρόνια προβληματιστής, έλυνε και συνέθετε συχνά σκακιστικά προβλήματα. Αρκετά απ’ αυτά είχαν δημοσιευτεί σε ξένα περιοδικά και μάλιστα δύο είχαν μπει και στο Άλμπουμ της FIDE. Κοντά του είχα εντρυφήσει στον μαγικό κόσμο του καλλιτεχνικού φτιάχνοντας κάποια προβληματάκια, κυρίως βοηθητικά και σπουδές. Είχα την τύχη κάποια στιγμή να αποσπάσω μια-δυο εύφημες μνείες, αλλά μέχρι εκεί. Γι’ αυτό και είχα εκπλαγεί όταν στη διάρκεια της παρτίδας ο ευτραφής αντίπαλός μου είχε μιλήσει για πρώτη φορά, σχεδόν τραυλίζοντας, ρωτώντας με αν όντως είμαι συνθέτης σπουδών. Είχα απαντήσει καταφατικά, έκπληκτος που η ενασχόλησή μου με το καλλιτεχνικό μπορούσε να μου χαρίσει τέτοια αναγνωρισιμότητα. Πώς και δεν το είχα εκμεταλλευτεί αυτό με την Αθηνά;

Να μην δολιχοδρομώ, ο Νίκος αφού πέρασε για λίγο από τα άλλα τραπέζια συμφώνησε ισοπαλία γιατί είχε ήδη μπει σε πίεση χρόνου και τα πράγματα ήταν ακόμα μπερδεμένα. Η χοντρούλα κορασίδα μας έπαιζε την ίδια ώρα με ένα τρομαγμένο κοριτσόπουλο με το μισό της μέγεθος, αλλά ήταν ήδη ένα κομμάτι κάτω. Εντούτοις, με τα στιλπνά της κοτσιδάκια να ταλαντεύονται και με μάγουλα ξαναμμένα συνέχιζε να επιτίθεται σε πραγματικούς και φανταστικούς στόχους με αξιοζήλευτο θάρρος και επιμονή. Εντόπισα τον κυρ-Μιχάλη στο διάδρομο να καπνίζει σαν το φουγάρο του «Ναϊάς». Πριν την επισκευή.
«Πώς πάει;» ρώτησα.
«Ο ασχημομούρης πολύ καλά. Εγώ πάλι έκανα τη στησία μου και μια προσευχή και περιμένω».
«Χάνεις;» ρώτησα περίλυπος.
«Ναι, αλλά κερδίζω στην αγάπη. Εσύ ρε μαζέτα πρέπει να νικάς. Έχεις μάθει από μένα ή τους κάνεις γκριμάτσες και σκιάζονται;» με πείραξε.
«Μπα, αρκεί που τους λέω ότι σε έχω φίλο» χαμογέλασα.
Μ’ αυτά και μ’ εκείνα, λίγο πριν τον έλεγχο χρόνου το σκορ ήταν 4,5-3,5 υπέρ μας κι έπαιζα ακόμα εγώ και το κοριτσάκι, το οποίο ήταν πια έναν πύργο κάτω. Η προσπάθειά μου να τελειώσω την παρτίδα στο μέσον είχε προσκρούσει πάνω στη λυσσασμένη αντίσταση του αντιπάλου μου ο οποίος, από τη στιγμή που άκουσε ότι ήμουν συνθέτης σπουδών, είχε σφηνωθεί στην καρέκλα του και αμυνόταν με νύχια, δόντια, ακόμα και με τις λιγοστές του τρίχες. Έτσι φτάσαμε στην κρίσιμη θέση:


(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

6 σχόλια:

Δανάη είπε...

Πολύ ωραίο κύριε Παναγιώτη το πρώτο μέρος :)

Αρχιμαζέτας είπε...

Θα χαλάσω τη σούπα, αλλά το διήγημα αποτελεί παραλλαγή διηγήματος που έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό "Κάισσα" πριν πολλά χρόνια...

Schrödinger's Cat είπε...

@Αρχιμαζέτας: Το διήγημα το έστειλε ο Παναγιώτης για να δημοσιευτεί σε ενιαία ανάρτηση και για λόγους οικονομίας το χώρισα σε 2 μέρη. Και καταλήγει με μια σημείωση, που για να μην χαλάσω το σασπένς, κράτησα για το δεύτερο και τελευταίο μέρος:

Σημείωση: Η ιδέα προήλθε από ένα αντίστοιχο αφήγημα του Αλεξάντερ Καζάντσεβ με τίτλο «Η μοιραία νάρκη». Το ξέθαψα σε ένα παλιό τεύχος του περιοδικού «Κάισσα», σ’ αυτό του Μάρτη του 1989 και σε πολύ καλή μετάφραση του Πάνου Κωνσταντινίδη. Το διασκεύασα κρατώντας τη θέση-σπουδή και κάποια ακόμα στοιχεία και το προσάρμοσα σε μια δική μου πραγματική ιστορία. Αν έχετε το περιοδικό ρίξτε του μια ματιά, αξίζει τον κόπο.

Αρχιμαζέτας είπε...

@Schroedinger's Cat: ΟΚ, κατανοητό. Άρα, καλύτερα οι αναγνώστες να περιμένουν το δύτερο μέρος και μετά να αναζητήσουν το παλιό περιοδικό.
@Konidaris: Κοντός ο Νίκος; Θα σου βάλει κανένα αντίστροφο με ακρίδες και ρόδα αλόγου! (Μην παρεξηγηθείς, πλάκα κάνω.)

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΙΔΑΡΗΣ είπε...

@SC
Ευχαριστώ για την άμεση παρέμβαση, προς στιγμήν ένιωσα πολύ άβολα.

@Αρχιμαζέτας
Οι χαρακτήρες είναι φανταστικοί. Τα ονόματα τα δανείστηκα από παλιούς συμπολεμιστές. Αν μιλάμε για τον ίδιο Νίκο, νομίζω ότι δεν πολυασχολείται με έντομα :-)

Ανώνυμος είπε...

@Konidaris
Γραφεις εξαιρετικα!Αν κοψεις καποιες τραβηγμενες εκφρασεις-που τεινεις να χρησιμοποιεις σε ολα σου τα κειμενα-τα γραπτα σου θα γινουν πολυ καλυτερα.Ο λογος σου εχει αρκετη δυναμη,δε χρειαζεται να καταφευγεις σε κολπα εντυπωσιασμου του αναγνωστη.
Παρακαλω,ενημερωσε μας αν περιμενουμε καποιο καινουριο μυθιστορημα σου αυτη τη περιοδο.
Επαμεινωνδας Σεβδαλης