Κυριακή, 24 Ιανουαρίου 2010

Ο θάνατος του Μπάνι Μανρό


Ο θάνατος του Μπάνι Μανρό. Του Νικ Κέιβ. Μετάφραση: Αντώνης Καλοκύρης, εκδόσεις Τόπος http://www.toposbooks.gr/ (1η έκδοση: Οκτώβριος 2009).

Οι πρώτες σελίδες:
«Είμαι ξοφλημένος», σκέφτεται ο Μπάνι Μανρό σε μια στιγμή αναπάντεχης διαύγειας σαν αυτές που χαρακτηρίζουν τους ετοιμοθάνατους. Νιώθει ότι σε κάποιο σημείο της ιστορίας έκανε ένα τραγικό λάθος, αλλά αυτή η συνειδητοποίηση δεν διαρκεί παρά μια φευγαλέα,φριχτή στιγμή κι αμέσως μετά περνάει – αφήνοντάς τον σ’ ένα δωμάτιο στο ξενοδοχείο Γκρένβιλ, με τα εσώρουχα και μόνη παρέα τον εαυτό του και τις ορέξεις του. Κλείνει τα μάτια και σκέφτεται ένα αιδοίο στην τύχη κι αμέσως μετά κάθεται στην άκρη του κρεβατιού και, σαν σε αργή κίνηση, γέρνει πίσω στο υφασμάτινο κεφαλάρι. Συγκρατεί το κινητό με το πιγούνι και με τα δόντια αφαιρεί την ασφάλεια από ένα
μπουκαλάκι μινιατούρα με κονιάκ. Αδειάζει το περιεχόμενο στο στόμα του, πετά το μπουκάλι στην άλλη άκρη του δωματίου κι αμέσως ανατριχιάζει, πνίγεται και λέει στο κινητό «Μην ανησυχείς, γλύκα, όλα θα πάνε καλά».
«Φοβάμαι, Μπάνι», λέει η γυναίκα του, η Λίμπι.
«Τι φοβάσαι; Δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς».
«Τα πάντα, φοβάμαι τα πάντα», λέει εκείνη.
Όμως ο Μπάνι συνειδητοποιεί πως κάτι έχει αλλάξει στον τόνο της φωνής της, τα τρυφερά βιολοντσέλα έχουν χαθεί και έχει προστεθεί ένα οξύτονο βιολί, παιγμένο από έναν δραπέτη πίθηκο ή κάτι τέτοιο.
Το αντιλαμβάνεται, αλλά δεν καταλαβαίνει ακόμα την ακριβή σημασία του.
«Μην λες τέτοια. Ξέρεις ότι δεν σε βγάζουν πουθενά», λέει ο Μπάνι και με τρόπο σχεδόν ερωτικό παίρνει βαθιά τζούρα από ένα Λάμπερτ & Μπάτλερ. Ακριβώς εκείνη τη στιγμή πιάνει τι συμβαίνει –ο μπαμπουίνος στο βιολί, η απαρηγόρητη κατάπτωση της διάθεσής της– και λέει «Γαμώτο!» και ξεφυσά οργισμένα δυο χαυλιόδοντες καπνού απ’ τα ρουθούνια του.
«Έκοψες τα Τεγκρετόλ; Λίμπι, πες μου ότι εξακολουθείς να παίρνεις τα Τεγκρετόλ!»
Ακολουθεί παύση στην άλλη άκρη της γραμμής κι αμέσως μετά ένα σπασμένος, απόμακρος λυγμός.
«Ξαναπήρε ο πατέρας σου. Δεν ξέρω τι να του πω. Δεν ξέρω τι θέλει. Μου βάζει τις φωνές. Παραληρεί», λέει εκείνη.
«Λίμπι, για όνομα του Θεού, άκουσες τι είπε ο γιατρός. Αν δεν παίρνεις τα Τεγκρετόλ παθαίνεις κατάθλιψη. Ξέρεις πολύ καλά ότι είναι επικίνδυνο να παθαίνεις κατάθλιψη. Πόσες φορές θα λέμε τα ίδια, ρε γαμώτο;»
Ο λυγμός σπάει στα δύο, και ξανά στα δύο, καταλήγοντας σ’ ένα χαμηλόφωνο, αξιολύπητο κλάμα που θυμίζει στον Μπάνι το πρώτο τους βράδυ – η Λίμπι ήταν ξαπλωμένη στην αγκαλιά του, βυθισμένη σ’ ένα ανεξήγητο, έντονο κλάμα, σ’ ένα άθλιο δωμάτιο ξενοδοχείου στο Ίστμπερν. Τη θυμάται να ανασηκώνει το κεφάλι και να λέει «Με συγχωρείς, μερικές φορές γίνομαι υπερβολικά συναισθηματική» ή κάτι τέτοιο, και ο Μπάνι πιέζει την άκρη της παλάμης του στον καβάλο του και τον ζουλάει, απελευθερώνοντας ένα κύμα ηδονής στο κάτω μισό της σπονδυλικής του στήλης.
«Γαμώτο, πάρε ένα Τεγκρετόλ», λέει μαλακώνοντας.
«Φοβάμαι, Μπαν. Είναι κι αυτός ο τύπος που γυρίζει κι επιτίθεται
σε γυναίκες».
«Ποιος τύπος;»
«Βάφει το πρόσωπό του κόκκινο και φορά πλαστικά κερατάκια».
«Τι;»
«Πάνω, βόρεια. Το δείχνει η τηλεόραση».
Ο Μπάνι πιάνει το τηλεκοντρόλ απ’ το κομοδίνο και με κινήσεις που θυμίζουν ξιφομάχο ανοίγει την τηλεόραση που βρίσκεται πάνω στο μίνι μπαρ. Έχοντάς τη στο αθόρυβο αλλάζει κανάλια μέχρι που πετυχαίνει κάτι ασπρόμαυρες εικόνες από τις κάμερες ασφαλείας ενός εμπορικού κέντρου στο Νιουκάσλ. Ένας άντρας με φόρμα, γυμνός από τη μέση και πάνω, ελίσσεται ανάμεσα στο πλήθος των τρομοκρατημένων πελατών.
Το στόμα του είναι ανοιχτό βγάζοντας μια κραυγή δίχως ήχο. Φαίνεται να φορά κερατάκια και κραδαίνει κάτι που μοιάζει με μακρύ, μαύρο ραβδί.
Ο Μπάνι βρίζει από μέσα του κι εκείνη τη στιγμή όλη του η ενέργεια, σεξουαλική ή άλλη, τον εγκαταλείπει. Πετά το τηλεκοντρόλ στη συσκευή, η οθόνη γεμίζει φευγαλέα με χιόνι κι έπειτα σβήνει, και εκείνος κρεμάει το κεφάλι του προς τα πίσω. Εστιάζει στο ταβάνι, σ’ έναν υγρό λεκέ σε σχήμα μικρής καμπάνας ή γυναικείου στήθους.
Κάπου στα έσχατα σημεία του μυαλού του αντιλαμβάνεται έναν μανιασμένο, νευρικό ήχο, έναν βόμβο από οργισμένες διαμαρτυρίες, ηλεκτρονικούς ήχους και μπουμπουνητά, αλλά ο Μπάνι δεν τον αναγνωρίζει, αντίθετα ακούει τη γυναίκα του να λέει «Μπάνι; Με ακούς;».
«Λίμπι. Πού βρίσκεσαι;»
«Στο κρεβάτι».
Ο Μπάνι κοιτά το ρολόι του, ανοιγοκλείνει το μπράτσο του σαν τρομπόνι, αλλά δεν μπορεί να εστιάσει.
«Για όνομα του Θεού. Πού είναι ο Μπάνι Τζούνιορ;»
«Στο δωμάτιό του μάλλον».
«Κοίτα, Λίμπι, αν ξαναπάρει ο μπαμπάς μου...»
«Κουβαλάει τρίαινα», λέει η γυναίκα του.
«Τι;»
«Ένα δικράνι».
«Τι; Ποιος;»
«Ο τύπος, στον βορρά».
Τότε ο Μπάνι συνειδητοποιεί ότι ο ήχος του διαπεραστικού ουρλιαχτού έρχεται απέξω. Τώρα πια τον ακούει δυνατότερα απ’ τον βόμβο του κλιματιστικού, είναι ζοφερός, σχεδόν σε σημείο που να του κινήσει την περιέργεια. Όχι όμως αρκετά.
Στο ταβάνι ο λεκές του νερού μεγαλώνει αλλάζοντας σχήμα –ένα μεγαλύτερο στήθος, ένα κωλομέρι, ένα σέξι γυναικείο γόνατο– και σχηματίζεται μία σταγόνα· επιμηκύνεται, τρέμει, ξεκολλά απ’ το ταβάνι, κάνει ελεύθερη πτώση και σκάει στο στήθος του Μπάνι. Ο Μπάνι τη χαϊδεύει σαν σε όνειρο και λέει «Λίμπι, μωρό μου, πού μένουμε;».
«Στο Μπράιτον».
«Και πού είναι το Μπράιτον;» λέει περνώντας το δάχτυλο πάνω από μια σειρά μπουκαλάκια με αλκοόλ αραδιασμένα στο κομοδίνο, για να διαλέξει τελικά μία Σμιρνόφ.
«Νότια».
«Διάολε, δηλαδή όσο πιο μακριά από τον βορρά μπορεί να βρίσκεσαι χωρίς να πέσεις στη θάλασσα. Λοιπόν, γλύκα, κλείσε την τηλεόραση, πάρε το Τεγκρετόλ σου, πάρε ένα υπνωτικό –τι διάολο, πάρε δύο υπνωτικά– και θα ’ρθω αύριο. Νωρίς».
«Η προβλήτα καίγεται», λέει η Λίμπι.
«Τι;»
«Η Δυτική Προβλήτα καίγεται. Από δω που είμαι μυρίζω τον καπνό».

Δεν υπάρχουν σχόλια: