Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

Προπονητικοί διάλογοι



Του Ηλία Κουρκουνάκη

Άσε με να κάνω λάθος

Όταν ένα παιδί μαθαίνει να περπατάει, δείχνουμε αστείρευτη υπομονή στις προσπάθειές του και αποδεχόμαστε τις αποτυχίες του χωρίς κανέναν απολύτως ενδοιασμό. Ακόμα και οι πιο απαιτητικοί γονείς σπάνια επιπλήττουν το παιδί που πέφτει, άσχετα με το πόσες επιτυχημένες προσπάθειες έχουν προηγηθεί. Πολύ απλά, κατανοούμε ότι η ήδη δεδομένη ικανότητα βηματισμού δεν προεξοφλεί απόλυτα επιτυχείς επιδόσεις σε κάθε μελλοντική προσπάθεια.

Στο σκάκι, αντίθετα, πολύ συχνά ένα παιδί δέχεται κριτική (ή ασκεί αυτοκριτική) επειδή διαπράττει σφάλματα τα οποία στο παρελθόν έχει αποφύγει. Θεωρούμε σχεδόν αυταπόδεικτο ότι μια διανοητική ικανότητα δεν έχει τις διακυμάνσεις που κρίνονται ως φυσιολογικές όσον αφορά στις σωματικές δραστηριότητές μας, αλλά πρέπει υποχρεωτικά να λειτουργούμε διαρκώς από ένα επίπεδο και πάνω.

Οι προσδοκίες που έχουμε από τα παιδιά συχνά φτάνουν σε επίπεδο απαιτήσεων. Ίσως επειδή γονείς, προπονητές και παράγοντες επενδύουμε συναισθηματικά στην πρόοδο των παιδιών, οι περιστασιακές αποτυχίες κρίνονται με πολύ μεγαλύτερη αυστηρότητα από αντίστοιχες σε άλλα αθλήματα: συγχωρούμε ευκολότερα και ταχύτερα ένα άστοχο σουτ ενός κορυφαίου επαγγελματία επιθετικού ποδοσφαιριστή, ενώ επικρίνουμε έντονα νεαρούς σκακιστές και σκακίστριες επειδή δεν εντόπισαν την άμεση απειλή ή και τους γενικότερους στρατηγικούς στόχους της τελευταίας κίνησης του αντιπάλου.

Το συγκεκριμένο φαινόμενο πιθανότατα οφείλεται στην ιδέα ότι η σκακιστική επίδοση συνδέεται άμεσα με την έννοια της νοημοσύνης. Όχι σπάνια, ισχυροί γκρανμέτρ συχνά σχολιάζουν πόσο μια κίνηση αντανακλά την ηλιθιότητά τους. Επίσης όχι σπάνια, γονείς νιώθουν περήφανοι για την εξυπνάδα των τέκνων τους με βάση τις σκακιστικές τους επιτυχίες. Σε κάθε περίπτωση, η γενίκευση από την ειδική απόδοση σε σκακιστικούς στίβους στο ευρύτερο πεδίο πνευματικών ικανοτήτων είναι συνήθης και προβληματική.

Έτσι το λάθος αποκτά μεγαλύτερο ειδικό βάρος στο σκάκι απ’ όσο σε άλλες δραστηριότητες, με εκπαιδευτικές συνέπειες που αξίζει να εξεταστούν. Συνακόλουθα, το λάθος αντιμετωπίζεται ως εμπειρία που πρέπει οπωσδήποτε να αποφευχθεί και όχι ως μαθησιακή ευκαιρία, από την οποία μπορούμε να διδαχθούμε και χάρη στην οποία να υποβοηθηθεί ή ακόμα και να επιταχυνθεί η εξέλιξή μας. Για παράδειγμα, προκειμένου να μειώσουν την πιθανότητα λάθους, πολλοί παίκτες επιλέγουν την αποφυγή ανοιχτής σύγκρουσης, ακόμα και σε θέσεις όπου αυτή είναι η καλύτερη συνέχεια. Υιοθετώντας μια τέτοια αντιμετώπιση, χάνουν την αντικειμενικότητά τους και μαζί ευκαιρίες να εμπλουτίσουν την εμπειρία τους.

Προς αυτή την κατεύθυνση, πολλοί παίκτες επιλέγουν συστήματα ανοιγμάτων που τους επιτρέπουν να μειώσουν τις πιθανότητες λάθους στις πρώτες κινήσεις, με την απλή μέθοδο της αποφυγής άμεσης εμπλοκής του στρατού τους με τον αντίπαλο. Τέτοια συστήματα είναι ο σχηματισμός Stonewall, το σύστημα Λονδίνου, κλπ., που οδηγούν σε μάλλον στατικές διατάξεις Πιονιών. Τα άμεσα οφέλη μιας τέτοιας αντιμετώπισης είναι προφανή, ενώ τα μακροπρόθεσμα μειονεκτήματά της συνήθως υποτιμούνται. Η σχετικά επιτυχής διεκπεραίωση της πρώτης φάσης της παρτίδας καθησυχάζει τους φόβους μας, αλλά στην πράξη εξασφαλίζει μόνο μικρή χρονική μετατόπιση των κινδύνων και συνεισφέρει ελάχιστα στην εκμάθηση μεθόδων αντιμετώπισής τους. Επίσης, η μακροχρόνια χρήση των ίδιων συστημάτων καταπνίγει την φαντασία και την ανεξάρτητη πρωτότυπη σκέψη.

Αν το σκάκι περιοριζόταν στην τεχνική εφαρμογή οδηγιών, δεν θα προσέφερε τις δυνατότητες για δημιουργία που έχει, ούτε θα ήταν τόσο συναρπαστικό και δημοφιλές. Η ουσία του παιχνιδιού βρίσκεται στην σύγκρουση αξιών και ιδεών (πχ. χώρος, χρόνος, υλικό), όπου καθεμιά άλλοτε υπερισχύει και άλλοτε υποτάσσεται. Αναπόφευκτα θα γίνουν λάθη, τα οποία όλοι προσπαθούμε να αποφύγουμε, αλλά αυτή η προσπάθεια δεν πρέπει να αποκτά πρωτεύοντα ρόλο σε σχέση με τη δημιουργικότητα. Το λάθος είναι αυτό που θα μας βοηθήσει να εντοπίσουμε τις αδυναμίες μας και κατά συνέπεια αυτό που θα μας ωθήσει να βελτιωθούμε. Ένα λάθος από μόνο του δεν είναι δείγμα βλακείας. Η αντίδρασή μας στα λάθη είναι αυτή που προσδιορίζει το πραγματικό μέγεθος του σφάλματος.

Προφανώς, τα λάθη τα αντιλαμβανόμαστε την ώρα που η σκέψη μας λειτουργεί σωστά, όχι την ώρα που τα κάνουμε. Γι’ αυτό έχει μεγάλη σημασία η ανάλυση των παρτίδων και η εξέταση όχι μόνο των λανθασμένων κινήσεων, αλλά και των λανθασμένων σκέψεων, πολύ περισσότερο μάλιστα των λανθασμένων τρόπων σκέψης. Η ανάλυση αυτή είναι σκόπιμο να καταγράφεται με όσο πιο ειλικρινή και λεπτομερή τρόπο γίνεται, καθώς επίσης και να εκτίθεται σε κριτική άλλων.

Η σύγχρονη κοινωνία κυριαρχείται από αξιολογήσεις κάθε είδους, συγκρίσεις και βαθμολογήσεις (στο σκάκι έχουμε τον συντελεστή ELO). Η πειθαρχία που απαιτείται για να εκφράσουμε τις αυτοκριτικές σκέψεις μας στο χαρτί ή στην οθόνη του Η/Υ προϋποθέτει αντοχή σε συγκρουόμενα συναισθήματα και γι’ αυτό στην πράξη η διαδικασία της ανάλυσης μπορεί να αποδειχθεί εξαντλητική. Από την άλλη πλευρά, η διαρκής προσπάθεια αυτοεπίγνωσης και αυτοβελτίωσης καλλιεργεί αυτή την αντοχή και ενδυναμώνει την προσωπικότητα. Κάθε αποτυχία από την οποία αντλούμε διδάγματα, μεταβάλλεται σε επιτυχία. Από αυτή την άποψη, λοιπόν, δεν υπάρχουν πραγματικές αποτυχίες, αλλά μόνο μαθησιακές εμπειρίες, οι οποίες αξιοποιούνται σωστά στο πλαίσιο της καθημερινής προόδου μας.

Δυστυχώς, η επιθυμία και προσπάθεια αποφυγής του λάθους στη διάρκεια της παρτίδας, πολύ συχνά επεκτείνεται μετά την παρτίδα σε προσπάθεια αποφυγής ανάλυσης των λαθών που έγιναν. Αντί να αποδεχθούμε την αδυναμία μας να αποφύγουμε εντελώς τα λάθη και στη συνέχεια να επιδιώξουμε να προσδιορίσουμε επακριβώς το είδος τους, συνήθως περιοριζόμαστε στην δημόσια επιβράβευση των επιτυχιών μας προκειμένου να εξασφαλίσουμε κοινωνική αποδοχή και αναγνώριση.

Η τάση αυτή είναι τόσο διαδεδομένη, ώστε ακόμα και γκρανμέτρ δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην τελειοποίηση των ισχυρών τους σημείων παρά στην διερεύνηση των αδυναμιών τους. Πιθανότατα, αυτός είναι ο κυριότερος λόγος που οι αγωνιστικές επιδόσεις πολλών «ταλαντούχων» σκακιστών και σκακιστριών υπολείπονται των προσδοκιών που δημιουργήθηκαν σε πρώιμη φάση της καριέρας τους. Η ικανότητα της δημιουργικής αυτοκριτικής μάλλον αποτελεί την πιο υποτιμημένη προϋπόθεση σκακιστικής (και όχι μόνο) εξέλιξης.

Δηλαδή, από μακροπρόθεσμη σκοπιά, αυτό που έχει σημασία δεν είναι το ίδιο το λάθος, αλλά η σωστή αξιοποίησή του. Χρησιμοποιώντας κατάλληλα την διαδικασία ανάλυσης μιας παρτίδας, μπορούμε να καλλιεργήσουμε ικανότητες ενδοσκόπησης και ίσως την επιστημονική σκέψη. Γιατί στην παραγωγική εκμετάλλευση ενός προγενέστερου λάθους ή λανθασμένου συλλογισμού έγκειται η πεμπτουσία της επιστημονικής σκέψης.


13 σχόλια:

Ametanoitos είπε...

Στο κλασσικό βιβλίο πια Chess for Zebras του GM Rowson αλλά ακόμη πιο έντονα στο εξίσου καταπληκτικό The Seven Deadly Chess Sins του ιδίου, γίνεται μια εμπεριστατωμένη προσπάθεια ανακάλυψης των μηχανισμών που μας οδηγούν στο λάθος. Ο συγγραφέας υποστηρίζει πως ακόμα και αν γνωρίζουμε επακριβώς το αίτιο των λαθών μας και το έχουμε κατανοήσει πλήρως τότε αυτά είναι αδύνατο να σταματήσουν. Αυτό μου θύμισε μια ιστορία από ένα βιβλίο υου ψυχαναλυτή Χορχε Μπουνκάι που υποστηρίζει πως οι σύγχρονες μέθοδοι ψυχανάλυσης μας βοηθάνε όχι να ξεπερνάμε τα προβληματά μας αλλά να απενοχοποιούμαστε από αυτά. Αν κάποιος έχει ένα ψυχολογικό πρόβλημα και τα κάνει πάνω του σαν αίτιο του προβλήματος του, ο ψυχαναλητής απλά θα τον βοηθήσει να μην νιώθει άσχημα γι αυτό και όχι να τον βοηθήσει να μην τα κάνει πάνω του πια!

Πέρα από την πλάκα, ο IM (τότε, GM πλέον) Helsten έχει πει πως ότι χρειαζόμαστε για να προπονηθούμε βρίσκεται στις δικέα μας παρτίδες. Μια βαθιά μελέτη τους δεν μπορεί παρά να μας βοηθήσει όσο οποιαδήποτε άλλη προπονητική μέθοδος. Αυτό φυσικά δεν ισχύει για τους νεαρούς σκακιστές που τώρα ξεκινάν να παίζουν σκάκι. Αλλά και σε αυτή την περίπτωση κάθε παρτίδα αποτελεί το "πιο σπουδαίο μάθημα" όπως έλεγε ο Καραπάνος.

Ηλίας Κουρκουνάκης είπε...

Η παρέμβαση του “Ametanoitos” αναδεικνύει τη σημασία της διαφοροποίησης των λαθών σε “τεχνικά” και “ψυχολογικά”. Η πρώτη κατηγορία αντιμετωπίζεται με σκακιστική μελέτη, ενώ η δεύτερη απαιτεί πολύ διαφορετική αντιμετώπιση.
Αν η απάλειψη των ψυχολογικών ελαττωμάτων της σκακιστικής σκέψης μοιάζει πολύ δύσκολη, αυτό συμβαίνει γιατί πράγματι όντως είναι, όπως εξάλλου η διαδικασία της ψυχανάλυσης (ή της ψυχοθεραπείας γενικότερα). Εδώ η συνεργασία των φιλόδοξων σκακιστών με άλλους πιο έμπειρους ή με προπονητές είναι αισθητά χρησιμότερη, ενώ τα τεχνικά προβλήματα μπορούν να αντιμετωπιστούν επαρκώς με ατομική προσπάθεια. Βέβαια, όπως και στην ψυχοθεραπεία, προκειμένου να επιτευχθεί ουσιαστική πρόοδος, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η σχέση εμπιστοσύνης προπονητή και προπονούμενου.
Αυτή η σχέση είναι πολύ διαφορετική από εκείνη που έχουν (και είναι σκόπιμο να έχουν) οι γονείς με τα παιδιά, γι’ αυτό και σχεδόν ποτέ οι γονείς δεν μπορούν να είναι μακροπρόθεσμα αποτελεσματικοί προπονητές. Η δημιουργική κριτική των ψυχολογικών λαθών, την οποία επιβάλλεται να ασκήσει ένας προπονητής, έρχεται σε αντίθεση με τον ρόλο του γονιού, όπου η αποδοχή έχει κυρίαρχη θέση.

Ανώνυμος είπε...

Υπάρχει κάποιο βιβλίο ή δημοσίευση με μεγάλη συλλογή λαθών ισχυρών παικτών;

Ανώνυμος είπε...

http://www.chessgames.com/perl/chesscollection?cid=1003221
Αν και έχει ξαναγραφτεί εδώ...

Ηλίας Κουρκουνάκης είπε...

Ένα σχετικό βιβλίο είναι του Samuel Reshevsky, Great Chess Upsets (Arco Publishing Inc, Νέα Υόρκη 1977), το οποίο δυστυχώς δεν μπορώ να συστήσω ως ικανοποιητικής ποιότητας. Ψυχολογική ανάλυση λαθών υπάρχει σε διάφορα βιβλία, π.χ. το παλιότερο Psychology in Chess (R.H.M. Press, Νέα Υόρκη 1976) του Nikolai Krogius. Υπάρχουν και αρκετά βιβλία πιο σύγχρονων συγγραφέων, όπως οι Jonathan Rowson και Amatzia Avni, τα οποία ασχολούνται με γενικότερα θέματα ψυχολογίας της σκέψης στο πρακτικό σκάκι και συνακόλουθα με τα λάθη. Σε αυτά τα βιβλία βρίσκει κανείς χρήσιμες παρατηρήσεις, παρόλο που δεν ασχολούνται με το θέμα αποκλειστικά. Υπάρχουν αρκετά άλλα που καλύτερα να μην αναφέρω, γιατί δεν είναι τόσο καλής ποιότητας.
Η προσωπική μου προτίμηση είναι τα βιβλία που έχουν πιο στέρεο θεωρητικό υπόβαθρο όσον αφορά στην επιστήμη της ψυχολογίας και εξετάζουν την σκακιστική σκέψη σε ευρύτερο πλαίσιο εφαρμογών. Μεταξύ άλλων, μπορώ να συστήσω τα Psychologie des Grand Calculateurs et Joueurs d’Echecs (Slatkine, Παρίσι 1981) του Alfred Binet, Thought and Choice in Chess (Amsterdam Academic Archive, Άμστερνταμ 2008) του Adriaan de Groot, The Psychology of Chess (B.T.Batsford Ltd., Λονδίνο 1983) των William Hartston & Peter Wason, Chess-the Mechanics of the Mind (The Crowood Press, Ράμσμπουρι 1988) των Helmut Pfleger & Gerd Treppner, Perception and Memory in Chess -Studies in the Heuristics of the Professional Eye (Van Gorcum, Άσεν 1996) των Adriaan de Groot & Fermand Gobet, και Blindfold Chess (McFarland & Company Inc. Publishers, Τζέφερσον 2009) των Eliot Hearst & John Knott. Το τελευταίο έχει και σύντομη αναφορά στη δική μου έρευνα σε προπτυχιακό επίπεδο. Ας προσθέσω ότι αυτά τα βιβλία παρατίθενται με χρονολογική σειρά της αρχικής έκδοσής τους και όχι χρονολογική σειρά των εκδόσεων που έχω στην διάθεσή μου και αναγράφονται εδώ.
Από εκπαιδευτική-προπονητική σκοπιά μπορώ να προτείνω τα How Not to Play Chess (Dover Publications Inc., Νέα Υόρκη 1961) του Eugene Znosko-Borovsky, και Catalog of Chess Mistakes (David McKay Company Inc., Νέα Υόρκη 1979) του Andrew Soltis.
ΥΓ.: ευχαριστώ για την παραπομπή στο Διαδίκτυο -με πρόλαβαν!

Ανώνυμος είπε...

http://www.chessvibes.com/category/developing-chess-talent/
Μια συνέντευξη με τον GM Sune Berg Hansen (που δηλώνει επαγγελματίας παίκτης πόκερ!) .
Λέει ότι διάβασε πολλά βιβλία μικρός και πιστεύει πιο πολύ στη δουλειά παρά στο ταλέντο.
Κάπου λέει κάτι που πρέπει να το έχω δει κι αλλού
How long does it take to become a grandmaster? It takes 10 years or approx. 10.000 hours of deliberate practice. That goes for everybody – even Kasparov :)

Ανώνυμος είπε...

Ευχαριστούμε για το πολύ καλό άρθρο κύριε Κουρκουνάκη. Μακάρι να υπήρχε χρόνος εκ μέρους μου να μετέχω στη συζήτηση.

Ηλίας Κουρκουνάκης είπε...

Κάθε θέμα στο συγκεκριμένο ιστολόγιο παραμένει ανοιχτό, ώστε καθένας μπορεί να σχολιάσει όποιο θέλει, όποτε θέλει. Κι εγώ ο ίδιος, παρότι τακτικός επισκέπτης του συγκεκριμένου χώρου, πολλές φορές δεν προλαβαίνω να γράψω για κάποιο θέμα που με ενδιαφέρει ή δεν γράφω καθόλου για κανένα θέμα για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ευχαριστώ πάντως για την εκτίμηση του κειμένου. Από τη στιγμή που λειτουργεί ως έναυσμα για δημιουργικές σκέψεις, άσχετα με το αν είναι σύμφωνες με αυτά που γράφω ή αμφισβητούν έντονα οποιονδήποτε ισχυρισμό μου, ο σκοπός έχει επιτευχθεί.

ΣΟΠ-ΣΜΑΟΚ είπε...

Στην ιστοσελίδα των ΣΟΠαγκρατίου-ΣΜΑΟΚαισαριανής www.athenschess.gr, στο πλαίσιο της ηλεκτρονικής στήλης "Ανάλυση του Μήνα" και για το μήνα Απρίλιο 2010, έχει αναρτηθεί εκτεταμένη ανάλυση της κλασικής παρτίδας Averbakh-Kotov, Ζυρίχη 1953, με υπότιτλο "περί φαντασίας και τέχνης στο σκάκι". Εκτός από την ανάλυση των βαριαντών, αναπτύσσονται διαφορετικές απόψεις σχετικά με την δημιουργικότητα στο σκάκι.
Υπενθυμίζεται ότι όλες οι παρτίδες και θέσεις που έχουν αναρτηθεί στην ηλεκτρονική στήλη "Ανάλυση του Μήνα" επιτρέπεται να εκτυπωθούν ελεύθερα ή και να μοιραστούν σε φωτοτυπίες σε κάθε ενδιαφερόμενο.

Tartakower είπε...

"Όποιος ριψοκινδυνεύει, μπορεί να χάσει. Όποιος δεν ριψοκινδυνεύει, χάνει."

Ηλίας Κουρκουνάκης είπε...

Η χρονική και ψυχολογική απόσταση είναι συχνά απαραίτητη προκειμένου να έχει κανείς μια πιο αντικειμενική οπτική γωνία των γεγονότων. Ειδικά όσον αφορά στην παραγωγική αξιοποίηση των λαθών, η ψύχραιμη αποστασιοποίηση αποτελεί προαπαιτούμενο.

Τώρα λοιπόν που έχει περάσει λίγος χρόνος και όλοι έχουμε «χωνέψει» το αποτέλεσμα, ας μου επιτραπεί να εξάγω ένα συμπέρασμα σχετικά με το παγκόσμιο πρωτάθλημα στη Σόφια. Η διατήρηση του τίτλου από τον Anand προφανώς εξαρτάται από πολλές παραμέτρους, κρίνω όμως ότι ένα χαρακτηριστικό ελάττωμα του Topalov έπαιξε καθοριστικό ρόλο.

Πιο συγκεκριμένα, ο διεκδικητής έχασε 2 παρτίδες με σχεδόν ίδιο τρόπο: σε κρίσιμο μεταβατικό στάδιο διέπραξε αλλεπάλληλα λάθη, κανένα από τα οποία δεν ήταν αποφασιστικό από μόνο του, αλλά στο σύνολό τους έκριναν την εξέλιξη της μάχης. Στην 4η παρτίδα έπαιξε 20…θ6, 21…Βα7 και 22…Παδ8, ενώ στην 12η έπαιξε 30.ε4, 31.εxζ5 και 32.ζxε4, και στις δύο περιπτώσεις χωρίς να έχει αίσθηση του κινδύνου (ή, τουλάχιστον, του μεγέθους του κινδύνου) που αντιμετωπίζει ο Βασιλιάς του.

Το ίδιο ελάττωμα, δηλαδή μειωμένη αίσθηση του κινδύνου, έχει φανεί σε παλιότερες παρτίδες του Topalov εναντίον ισχυρών παικτών. Έχοντας ηττηθεί καθαρά (έστω και οριακά) σε ματς εναντίον των Leko (2002), Kramnik (2006) και Anand (2010), αν θέλει να έχει σοβαρές πιθανότητες να διεκδικήσει τον παγκόσμιο τίτλο ξανά, θα πρέπει να το εξαλείψει. Βέβαια, όταν ένας παίκτης είναι τόσο φτασμένος, και επειδή τα αίτια παρόμοιων λαθών βρίσκονται ριζωμένα βαθιά στον ψυχισμό του, πολύ σπάνια ξεπερνιούνται. Μια δυσκολία στην αντιμετώπιση του συγκεκριμένου προβλήματος είναι ότι τα ίδια αίτια στα οποία οφείλεται το ελάττωμα πιθανότατα επέτρεψαν ταυτόχρονα και την καλλιέργεια σημαντικών προτερημάτων του Topalov, όπως ότι μπορεί να αψηφά τον κίνδυνο σε δύσκολες συνθήκες και ότι αναλαμβάνει δυνάμεις σχετικά γρήγορα μετά από μια ήττα.

Ανώνυμος είπε...

Ήθελα να κάνω κάποιο σχόλιο μόλις τελείωσε η 12η παρτίδα, αλλά κρατήθηκα διότι θα ήταν σχόλιο ανώνυμου σε δημοσίευση επώνυμου.
Τώρα όμως βλέποντας το σχόλιο σας δεν κρατιέμαι άλλο.

Σας άκουσα ("έχει τα λευκά ο Τοπάλοβ στην τελευταία", πλεονέκτημα κλπ), πόνταρα τα λεφτά μου και τα έχασα. Δεν τρέχει μία, συνηθισμένος ο τζογαρόδος στη χασούρα...

Αλλά μη μας μιλάτε ΤΩΡΑ για την αδυναμία του Τοπάλοβ...

Johny

Ασύρματος είπε...

Σωστά, τι το κάναμε εδώ; Δεν είστε σωστός γκουρού του στοιχήματος κ. Κουρκουνάκη! Εκείνο το 1.γ4 του Ανάντ ξέρετε πόσο κόσμο έστειλε στον κουβά; Εκατομμύρια είχαν παιχτεί στο 1.δ4 για πρώτη κίνηση. Ευτυχώς είχα πιάσει την έκρηξη του ηφαιστείου.